ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ, ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ
Σ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, Σ' ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Έγκλημα και Τιμωρία-Ερρίκο Μαλατέστα

Κάθε αναρχικός προπαγανδιστής γνωρίζει καλά τις
κύριες ενστάσεις: ποιος θα κρατά υπό έλεγχο τους εγκληματίες
[στην αναρχική κοινωνία]; Κατά την γνώμη μου, οι
ανησυχίες είναι υπερβολικές, επειδή η εγκληματικότητα
είναι ένα φαινόμενο ήσσονος σημασίας, εν σχέσει προς
την ευρύτητα των ανέκαθεν υφιστάμενων και γενικών
κοινωνικών πραγματικοτήτων. Μπορεί κανείς να πιστεύει
στην αυτόματη εξαφάνιση της ως αποτέλεσμα της αύξησης
της υλικής ευημερίας και της εκπαίδευσης, για να μην
αναφέρουμε τις προόδους στην παιδαγωγική και -έην ιατρική.
Ωστόσο, όσο αισιόδοξοι και αν είμαστε και όσο
ρόδινο και αν μας φαίνεται το μέλλον, γεγονός παραμένει
ότι η εγκληματικότητα και ο φόβος του εγκλήματος εμποδίζουν
σήμερα τις ειρηνικές κοινωνικές σχέσεις και,
οπωσδήποτε, δεν θα εξαφανισθούν από την μια στιγμή
στην άλλη, μετά από μια επανάσταση, όσο ριζοσπαστική
και ολόπλευρη και αν αποδειχθεί ότι είναι αυτή. Θα μπορούσαν
να αποτελέσουν ακόμη και την αιτία αναταραχής
και αποσύνθεσης σε μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων,
όπως ακριβώς ένας ασήμαντος κόκκος άμμου μπορεί να
σταματήσει την λειτουργία της τελειότερης μηχανής.
Αξίζει τον κόπο και είναι όντως αναγκαίο να εξετάσουν
οι αναρχικοί το πρόβλημα λεπτομερέστερα απ' ό,τι
συνήθως κάνουν, όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν καλύτερα
μια λαϊκή «ένσταση», αλλά και για να μην βρεθούν
προ δυσάρεστων εκπλήξεων και επικίνδυνων αντιφάσεων.
Φυσικά, τα εγκλήματα στα οποία αναφερόμαστε είναι
οι αντικοινωνικές πράξεις, δηλαδή εκείνες οι οποίες
προσβάλλουν τα ανθρώπινα αισθήματα και παραβιάζουν
το δικαίωμα των άλλων στην ισότητα εν ελευθερία, και
όχι το πλήθος των πράξεων τις οποίες τιμωρεί ο ποινικός
κώδικας, απλώς επειδή προσβάλλουν τα προνόμια των
κυρίαρχων τάξεων.1
Κατά την γνώμη μου, έγκλημα είναι κάθε πράξη η
οποία τείνει συνειδητά να αυξήσει τα ανθρώπινα δεινά,
είναι η παραβίαση του δικαιώματος όλων στην ισότιμη
ελευθερία και στην μέγιστη δυνατή απόλαυση της υλικής
και ηθικής ευημερίας.
Γνωρίζουμε ότι, έχοντας έτσι ορίσει την εγκληματικότητα,
είναι πάντοτε δύσκολο ακόμη και για εκείνους οι
οποίοι αποδέχονται αυτόν τον ορισμό, να καθορίσουν
πραγματικά ποιες πράξεις είναι εγκληματικές και ποιες
όχι, διότι οι απόψεις των ανθρώπων διαφέρουν ως προς το
τί προκαλεί οδύνη ή ευτυχία, τί είναι καλό και τί κακό,
εκτός από την περίπτωση εκείνων των αποτρόπαιων
εγκλημάτων τα οποία, λόγω τού ότι προσβάλλουν θεμελιώδη
ανθρώπινα αισθήματα, είναι καθολικά καταδικαστέα.
2
Φαντάζομαι ότι ουδείς θα μπορούσε, θεωρητικώς, να
αρνηθεί ότι η ελευθερία, η οποία γίνεται κατανοητή με
αυτήν την έννοια της αμοιβαιότητας, αποτελεί την βασική
προϋπόθεση κάθε πολιτισμού της «ανθρωπότητας»•
ωστόσο, μόνον η αναρχία αντιπροσωπεύει την λογική και
πλήρη υλοποίηση της. Βάσει αυτής της υπόθεσης, εγκληματεί
-όχι εναντίον της φύσης ή ως συνέπεια ενός μεταφυσικού
νόμου, αλλά εναντίον των συνανθρώπων του και
επειδή προσβάλλονται τα συμφέροντα και τα αισθήματα
άλλων- όποιος παραβιάζει την ισότιμη ελευθερία των
άλλων. Όσο δε θα υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, θα πρέπει
να υπερασπίζουμε τον εαυτό μας.3
Αυτή η αναγκαία άμυνα εναντίον όσων παραβιάζουν
όχι την καθεστηκυία τάξη [status quo] αλλά τα βαθύτερα
αισθήματα που διαφοροποιούν τους ανθρώπους από τα
θηρία, είναι μια από τις προφάσεις με τις οποίες οι κυβερ-
νήσεις δικαιολογούν την ύπαρξη τους. Πρέπει να εξαλείψουμε
κάθε κοινωνική αιτία του εγκλήματος, πρέπει να
καλλιεργήσουμε στον άνθρωπο τα αδελφικά αισθήματα
και τον αλληλοσεβασμό• πρέπει, όπως έλεγε ο Φουριέ, να
αναζητηθούν πρακτικές εναλλακτικές λύσεις εις ό,τι
αφορά το έγκλημα. Αλλά εάν και εφ' όσον θα υπάρχουν
εγκληματίες, είτε οι άνθρωποι θα βρίσκουν τα μέσα και
θα έχουν το σθένος να υπερασπίζουν άμεσα τον εαυτό
τους απέναντι τους, είτε θα επανεμφανίζονται η αστυνομία
και οι δικαστές, και, μαζί τους, η κυβέρνηση.
Κανένα πρόβλημα δεν λύνεται με το να αρνούμεθα
την ύπαρξη του.4
Δικαιολογημένα μπορεί κανείς να φοβάται ότι αυτή η
αναγκαία κατά του εγκλήματος άμυνα θα μπορούσε να
αποτελέσει την απαρχή και το πρόσχημα ενός νέου συστήματος
καταπίεσης και προνομίων. Αποστολή των
αναρχικών είναι να φροντίσουν να μην συμβεί κάτι τέτοιο.
Αναζητώντας τις αιτίες κάθε εγκλήματος και καταβάλλοντος
κάθε προσπάθεια για την εξάλειψη τους• καθιστώντας
αδύνατον σε οιονδήποτε να αντλεί προσωπικά
οφέλη από την εξιχνίαση του εγκλήματος• αφήνοντας τις
ίδιες τις ενδιαφερόμενες ομάδες να λαμβάνουν όποια μέτρα
κρίνουν απαραίτητα για την άμυνα τους και συνηθίζοντας
να θεωρούμε τους εγκληματίες αδέλφια μας που
έχουν παρεκτραπεί, ασθενείς που χρειάζονται στοργική
θεραπεία, όπως θα την προσφέραμε παραδείγματος χάριν
σε κάποιον υδρόφοβο ή επικίνδυνο μανιακό, θα γίνει
εφικτός ο εναρμονισμός της πλήρους ελευθερίας όλων με
την άμυνα εναντίον εκείνων οι οποίοι εμφανώς αποτελούν
γι' αυτήν κίνδυνο και απειλή.
Προφανώς αυτό θα καταστεί δυνατόν, όταν το
έγκλημα περιορισθεί σε σποραδικές, μεμονωμένες και
πραγματικά παθολογικές περιπτώσεις. Εάν αλήθευε ότι οι
εγκληματίες είναι υπερβολικά πολλοί και ισχυροί, εάν, επί
παραδείγματι, ήταν ό,τι είναι σήμερα [1922] η αστική
τάξη και ο φασισμός, τότε δεν τίθεται θέμα συζήτησης για
το τί θα κάνουμε σε μια αναρχική κοινωνία.5
Με την πρόοδο του πολιτισμού και των κοινωνικών
σχέσεων, με την αυξανόμενη επίγνωση της ανθρώπινης
αλληλεγγύης η οποία συνενώνει την ανθρωπότητα, με την
ανάπτυξη της ευφυΐας και την εκλέπτυνση των αισθημάτων,
υπάρχει οπωσδήποτε και μια αντίστοιχη ανάπτυξη •
των κοινωνικών καθηκόντων, και πολλές ενέργειες τις
οποίες θεωρούσαν καθαρώς ατομικά δικαιώματα και ανεξάρτητες
παντός συλλογικού ελέγχου, θα θεωρηθούν, και
όντως ήδη θεωρούνται, ζητήματα που επηρεάζουν τον
καθένα, και πρέπει, επομένως, να επιλύονται σύμφωνα με
το γενικό συμφέρον. Παραδείγματος χάριν, ακόμη και
στους καιρούς μας, οι γονείς δεν επιτρέπεται να κρατούν
τα παιδιά τους στην άγνοια και να τα ανατρέφουν με
τρόπο επιζήμιο για την ανάπτυξη και την μελλοντική ευημερία
τους. Κανένα άτομο δεν επιτρέπεται να ζει μέσα
σε άθλιες συνθήκες, αδιαφορώντας για εκείνους τους κανόνες
υγιεινής οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την
υγεία των άλλων: δεν επιτρέπεται να έχει κάποιος μια μολυσματική
ασθένεια και να μην την θεραπεύει. Σε μια
μελλοντική κοινωνία θα θεωρείται καθήκον η επιδίωξη
της διασφάλισης τού καλού όλων, όπως ακριβώς θα θεωρείται
κατακριτέο να τεκνοποιεί κανείς, αν θα συντρέχουν
λόγοι να πιστεύει ότι το παιδί θα είναι φιλάσθενο και
δυστυχισμένο. Όμως, αυτή η συναίσθηση των καθηκόντων
μας απέναντι στους άλλους, και εκείνων απέναντι σε
μας, πρέπει να αναπτυχθεί σύμφωνα με τις κοινωνικές
μας αντιλήψεις, χωρίς άλλες έξωθεν κυρώσεις πλην της
επιδοκιμασίας ή της απόρριψης των συμπολιτών μας. Ο
σεβασμός, η επιθυμία για την ευημερία των άλλων, πρέπει
να διαποτίσουν τα έθιμα και να μην εκδηλώνονται ως
καθήκοντα, αλλά ως η φυσιολογική ικανοποίηση των
κοινωνικών συμφερόντων.
Υπάρχουν ορισμένοι οι οποίοι θα βελτίωναν την ηθική
των ανθρώπων δια της βίας, οι ίδιοι θα έβλεπαν με ευχαρίστηση
την εισαγωγή ενός άρθρου στον ποινικό κώδικα
για κάθε πιθανή ανθρώπινη πράξη και θα τοποθετούσαν
έναν χωροφύλακα δίπλα σε κάθε νυφικό κρεβάτι και σε
κάθε τραπέζι. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί, όταν στερούνται
των κατασταλτικών δυνάμεων για να επιβάλουν τις ιδέες
τους, δεν κατορθώνουν παρά να γελοιοποιούν τα καλύτερα
πράγματα, και όταν έχουν την δύναμη να διατάζουν,
καθιστούν μισητό ο,τιδήποτε καλό και ενθαρρύνουν την
αντίδραση... Κατά την γνώμη μας, η εκτέλεση των κοινω-
νικών καθηκόντων πρέπει να είναι μια εθελοντική πράξη
και ο καθένας πρέπει να έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει
χρησιμοποιώντας υλική βία μόνον εναντίον εκείνων οι
οποίοι προσβάλλουν άλλους βιαίως, εμποδίζοντας τους
να ζουν ειρηνικά. Η βία, ο φυσικός εξαναγκασμός, πρέπει
να χρησιμοποιούνται μόνο για την απόκρουση βίαιων
επιθέσεων και για κανέναν άλλον λόγο πέραν εκείνου της
αυτοάμυνας.
Ποιος όμως θα κρίνει; Ποιος θα παράσχει την αναγκαία
άμυνα; Ποιος, τέλος, θα αποφασίσει ποιά μέτρα
εξαναγκασμού πρέπει να χρησιμοποιηθούν; Δεν βλέπουμε
κανέναν άλλον τρόπο από το να το αφήσουμε στα ενδιαφερόμενα
μέρη, στον λαό, δηλαδή στην μάζα των πολιτών
οι οποίοι θα ενεργούν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα
με τις περιστάσεις και σύμφωνα με τους διάφορους
βαθμούς κοινωνικής ανάπτυξης τους. Προ πάντων, πρέπει
να αποφύγουμε την δημιουργία ειδικευμένων στο έργο
της αστυνόμευσης σωμάτων πιθανώς να υπάρξουν κάποιες
απώλειες όσον αφορά την κατασταλτική αποτελεσματικότητα,
αλλά έτσι θα αποφύγουμε την δημιουργία
του οργάνου κάθε τυραννίας.
Δεν πιστεύουμε στο αλάθητο, ούτε και στην καλοσύνη
των μαζών γενικώς. Απεναντίας. Οπωσδήποτε, ακόμη
λιγότερο πιστεύουμε στο αλάθητο και στην καλοσύνη
εκείνων οι οποίοι καταλαμβάνουν την εξουσία και νομο- •
θετούν, οι οποίοι εδραιώνουν και διαιωνίζουν τις ιδέες και
τα συμφέροντα που επικρατούν σε κάθε δεδομένη στιγμή.
Από κάθε άποψη, η αδικία και η παροδική βία εκ μέρους
των ανθρώπων είναι προτιμότερες από τον σιδηρούν
κανόνα, την νομιμοποιημένη κρατική βία των δικαστών
και της αστυνομίας.
Είμαστε, οπωσδήποτε, μία μόνο από τις δυνάμεις που
δρουν στην κοινωνία, και η Ιστορία θα προχωρήσει, όπως
πάντοτε, προς την κατεύθυνση της συνισταμένης όλων
των [κοινωνικών] δυνάμεων.6
Πρέπει να αναμένουμε ένα κατάλοιπο εγκληματικότητας
...το οποίο ευελπιστούμε πως θα εξαφανισθεί σχετικώς
γρήγορα, αλλά το οποίο, εν τω μεταξύ, θα υποχρεώσει
την μάζα των εργατών να αναλάβει αμυντική δράση.
Απορρίπτοντας οποιεσδήποτε αντιλήψεις περί τιμωρίας
και εκδίκησης, οι οποίες εξακολουθούν να κυριαρχούν
στο ποινικό δίκαιο, και καθοδηγούμενοι μόνον από την
ανάγκη για αυτοάμυνα και την επιθυμία αποκατάστασης,
πρέπει να αναζητήσουμε τα μέσα επίτευξης του σκοπού
μας, χωρίς να διατρέξουμε τον κίνδυνο της εξουσιαστικό-
τητας, ερχόμενοι έτσι σε αντίφαση με το σύστημα ελευθερίας
και ελεύθερης βούλησης επί του οποίου
επιθυμούμε να οικοδομήσουμε την νέα κοινωνία.7
Για τους εξουσιαστές και τους πολιτικούς, το ζήτημα
είναι απλό: ένα νομοθετικό σώμα για να ταξινομεί τα
εγκλήματα και να καθορίζει τις ποινές• μια αστυνομική
δύναμη για να διώκει τους εγκληματίες• ένα δικαστικό
σώμα για να τους δικάζει και μια υπηρεσία φυλακών για
να τους κάνει να υποφέρουν. Και όπως είναι κατανοητό,
το νομοθετικό σώμα προ πάντων επιδιώκει, μέσω των
ποινικών του νόμων, να υπερασπισθεί το κατεστημένο
συμφέρον το οποίο εκπροσωπεί, και να προστατεύσει το
κράτος από εκείνους που επιδιώκουν να το «υπονομεύσουν
». Το αστυνομικό σώμα υπάρχει για να καταπνίγει το
έγκλημα και, έχοντας επομένως συμφέρον από την συνεχή
ύπαρξη του εγκλήματος, καθίσταται προκλητικό και
καλλιεργεί στους αξιωματικούς του επιθετικά και διεστραμμένα
ένστικτα• το δικαστικό σώμα επίσης επιβιώνει
και ευημερεί χάρις στο έγκλημα και τους εγκληματίες και
υπηρετεί τα συμφέροντα της κυβέρνησης και της άρχουσας
τάξης, αποκτώντας, κατά την πορεία άσκησης της
λειτουργίας του, έναν ειδικό τρόπο συλλογιστικής που το
μετατρέπει σε μια μηχανή επιδίκασης των μεγαλύτερων
ποινών που μπορεί στον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων.
Οι δεσμοφύλακες είναι, ή γίνονται, αναίσθητοι
μπροστά στα βάσανα των κρατουμένων και, στην καλύτερη
περίπτωση, εφαρμόζουν παθητικά τον κανονισμό
χωρίς ούτε μια σπίθα ανθρώπινου αισθήματος. Διαπιστώνουμε
τα αποτελέσματα στις στατιστικές περί εγκληματικότητας.
Οι ποινικοί νόμοι άλλαξαν, το αστυνομικό και
το δικαστικό σώμα αναδιοργανώθηκαν, το σύστημα των
φυλακών αναμορφώθηκε ...και η εγκληματικότητα επιβιώνει
και αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα εξάλειψης ή
μείωσης της. Αυτό ισχύει τόσο για το παρελθόν όσο και
για το παρόν, και πιστεύουμε ότι θα ισχύει και στο
μέλλον, αν δεν αλλάξει εκ θεμελίων η αντίληψη περί
εγκλήματος και δεν καταργηθούν όλοι οι οργανισμοί που
αποζούν από την πρόληψη και την καταστολή της
εγκληματικότητας.8
Στην Γαλλία υπάρχουν αυστηροί νόμοι κατά της
εμπορίας ναρκωτικών και των χρηστών. Και όπως συμβαίνει
πάντοτε, η μάστιγα μεγαλώνει και εξαπλώνεται
παρά τους νόμους και ίσως εξ αιτίας των νόμων. Το ίδιο
συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική. Ο
Δρ. Κορτουά Σιφύ της Γαλλικής Ιατρικής Ακαδημίας, ο
οποίος, ήδη πέρυσι [1921], είχε κρούσει τον κώδωνα για
τους κινδύνους της κοκαΐνης, σημειώνοντας την αποτυχία
της ποινικής νομοθεσίας, απαιτεί τώρα ...νέους και
αυστηρότερους νόμους.
Πρόκειται για το παλαιό σφάλμα των νομοθετών,
παρά την εμπειρία η οποία δείχνει ότι οι νόμοι, όσο βάρβαροι
και αν είναι, ποτέ δεν χρησίμευσαν στο να συντριβεί
το κακό ή να καταπολεμηθεί η εγκληματικότητα. Όσο
αυστηρότερες θα είναι οι ποινές που θα επιβάλλονται
στους χρήστες και στους διακινητές κοκαΐνης, τόσο θα
μεγαλώνει η γοητεία του απαγορευμένου καρπού, η σαγήνη
των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ο χρήστης,
και τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα κέρδη που θα
αποκομίζουν οι άπληστοι για χρήμα κερδοσκόποι.
Είναι ανώφελο, επομένως, να περιμένουμε κάτι από
τον νόμο. Θα πρέπει να προτείνουμε μια άλλη λύση.
Αφήστε ελεύθερη την χρήση και την πώληση της κοκαΐ-
νης [από κάθε περιορισμό] και ανοίξτε περίπτερα όπου θα
πωλείται σε τιμή κόστους ή ακόμη και κάτω του κόστους,
και, εν συνεχεία, ξεκινήστε μια μεγάλη προπαγανδιστική
εκστρατεία για να διαφωτίσετε το κοινό, αφήνοντας το να
κρίνει το ίδιο τα κακά της κοκαΐνης• ουδείς θα έκανε
αντιπροπαγάνδα, διότι ουδείς θα μπορούσε να
εκμεταλλευθεί την δυστυχία των κοκαϊνομανών.
Βεβαίως, η βλαβερή χρήση της κοκαΐνης δεν θα εξαφανιζόταν
εντελώς, διότι οι κοινωνικές αιτίες που δημιουργούν
και οδηγούν αυτούς τους δύστυχους στην
χρήση ναρκωτικών, θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν.
Οπωσδήποτε όμως το κακό θα μειωνόταν, κανένας δεν θα
μπορούσε να αποκομίσει κέρδος από την πώληση τους,
και κανένας δεν θα μπορούσε να κερδοσκοπήσει από το
κυνήγι των κερδοσκόπων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η
πρόταση μας είτε δεν θα ληφθεί υπ' όψιν, είτε θα
θεωρηθεί ανεδαφική και παράλογη.
Ωστόσο, οι ευφυείς και ανιδιοτελείς άνθρωποι θα
μπορούσαν να αναρωτηθούν: αφού οι ποινικοί νόμοι
απεδείχθησαν ανίσχυροι, δεν θα ήταν καλό να
δοκιμάσουμε πειραματικά την αναρχική μέθοδο;9
Όσον αφορά την θανατική ποινή, δεν πρόκειται να
επαναλάβουμε εδώ τα κλασικά εναντίον της
επιχειρήματα. Ηχούν απατηλά όταν τα αΚούμε να
χρησιμοποιούνται από εκείνους οι οποίοι, εν συνεχεία,
τάσσονται υπέρ της ισόβιας κάθειρξης και άλλων
απάνθρωπων υποκατάστατων της θανατικής ποινής. Ούτε
θα μιλήσουμε για την «ιερότητα της ζωής», την οποία
όλοι μεν δέχονται, παραβιάζουν δε όποτε τους βολεύει,
είτε αφαιρώντας πραγματικά ζωές, είτε μεταχειριζόμενοι
άλλους με τέτοιον τρόπο ώστε να τους βασανίζουν ή να
τους συντομεύουν την ζωή.
Ευτυχώς, ελάχιστοι μόνον άνθρωποι είναι ψυχικά εκ
γενετής ή γίνονται αιμοδιψή και σαδιστικά τέρατα, των
οποίων τον θάνατο δεν θα ξέραμε πώς να πενθήσουμε.
Εάν αυτοί οι δύστυχοι θα συνιστούσαν μια διαρκή απειλή
για όλους και δεν θα υπήρχε άλλος τρόπος για να αμυνθούμε
εκτός από το να τους σκοτώσουμε, θα μπορούσε
κανείς να δεχθεί και την θανατική ποινή. Όμως το πρόβλημα
είναι ότι για να εκτελεσθεί μια θανατική ποινή
χρειάζεται ένας δήμιος. Ένας δήμιος είναι ή γίνεται τέρας,
λαμβανομένων δε υπ' όψιν όλων των παραμέτρων, είναι
καλύτερα να αφήνεις να συνεχίσουν να ζουν τα ήδη
υπάρχοντα τέρατα, παρά να δημιουργείς κι άλλα.
Τούτο δε ισχύει για τους πραγματικούς εγκληματίες,
τους αντικοινωνικούς ανθρώπους οι οποίοι δεν γεννούν
καμιά συμπάθεια και δεν προκαλούν καμιά συμπόνια.
Όταν τίθεται το ζήτημα της θανατικής ποινής ως ένα μέσο
του πολιτικού αγώνα, τότε... ε, τότε η Ιστορία μάς
διδάσκει ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Η ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ- ΜΙΑ ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Βλέποντας τα αλλεπάλληλα κύματα αφιερωμάτων για τα 90 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 17, από όλες τις μαρξιστολενινιστικές γκρούπες μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ ακόμα και την «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» με το Κυριακάτικο αφιέρωμά της «Η επανάσταση του ΄17 και ο Λένιν» (σκόπιμος τίτλος και σκόπιμη ταύτιση):
Είναι τόσο ταυτισμένη η επανάσταση του ΄17 μ’ αυτή την προσωπικότητα, που αν μη τι άλλο αν δεν υπήρχε ο Λένιν δε θα υπήρχε και επανάσταση. Τι ιδεαλισμός!
Οι μαρξιστές-λενινιστές, αν και οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού, αντιλαμβάνονται την ιστορία και ερμηνεύουν τα ιστορικά γεγονότα σκόπιμα κάτω από το πρίσμα του αστικού ιδεαλισμού και της μεταφυσικής. Δεν αντλούν κανένα συμπέρασμα από την ιστορία και το κάθε γκρουπούσκουλο προσπαθεί να μας πείσει για τη μεγάλη και ιστορική προσωπικότητα του Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ ( Λένιν).
Βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ από εκείνη την εποχή με την αυτο-οργάνωση των μουσικών της συμφωνικής ορχήστρας της Πετρούπολης όπου σε κυκλική και αντικριστή διάταξη, ο ένας μουσικός με τα παραπλήσια όργανα διόρθωνε τα λάθη του άλλου, έκαναν άχρηστη την παρουσία του μαέστρου. Διεύθυναν μόνοι τους όλα τα έργα των μεγάλων μουσουργών. Αρκετοί συνθέτες της εποχής θαύμασαν αυτό τον τρόπο. Να μην αναφέρω ονόματα. Αυτή η εκδοχή μέχρι το ΄22. Γιατί μετά ξαναεπικράτησε ο μαέστρος, ο διευθυντής ορχήστρας και τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Μου ήρθε ένα δάκρυ για το ποιους δρόμους άνοιγε αυτή η ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Και τι επακολούθησε;
«Η Ρωσική Επανάσταση δεν ήταν το έργο ενός κόμματος - ήταν το έργο ενός ολόκληρου λαού και ο λαός αυτός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της πραγματικής Ρωσικής Επανάστασης. Το μεγαλείο της Επανάστασης δεν προέρχεται από την ψήφιση κυβερνητικών διατάξεων, νόμων και την δημιουργία στρατιωτικών σωμάτων, αλλά από τον σχηματισμό των εμβριθών αλλαγών σφυρηλατημένων στην ηθική και υλική ζωή του πληθυσμού».
Όλες οι επαναστάσεις είναι επαναστάσεις του καταπιεζόμενου – εκμεταλλευόμενου λαού. Και όχι των γιακωβίνων, των μπολσεβίκων, των αναρχικών ή των μουλάδων.
Η επανάσταση στη Ρωσία ήταν επανάσταση του ρωσικού λαού ή των μπολσεβίκων; Η επανάσταση στην Ισπανία ήταν επανάσταση του ισπανικού λαού ή των αναρχικών;. Αν μείνουμε σ΄ αυτή την εκδοχή, θα δούμε ότι όλες οι επαναστατικές κρίσεις προκλήθηκαν από τους επαναστάτες και όχι από την κρίση και κατάρρευση των συστημάτων κυριαρχίας εκείνη τη στιγμή. Αν μείνουμε σ΄ αυτή την εκδοχή, θα δούμε αυτές τις επαναστατικές κρίσεις μέσα από συνωμοτική οπτική. Αλλά η κοινωνική και πολιτική ιστορία έχει και τέτοιες εκδοχές.
«Δεν φαντάζονται ότι μια κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αφέντες και υπηρέτες, χωρίς αρχηγούς και στρατιώτες».
ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ
J. De Jacques
To κίνημα που, μέσα σε μερικές μέρες, πέρασε όλα τα στάδια μιας επανάστασης, απ΄ την απεργία και τις διαδηλώσεις στο δρόμο, ως την εξέγερση, ξεπήδησε από τις ίδιες τις μάζες χωρίς να διευθύνεται από τα πάνω. Καμιά κεντρική κομματική επιτροπή, καμιά γνωστή προσωπικότητα δεν ανέλαβε την οργάνωσή του ούτε την διεύθυνσή του».
Φεβρουάριος 1917. Μια επανάσταση αρχίζει. Αλλά ο Λένιν δυσπιστεί απέναντι σ΄ ένα τέτοιο κίνημα χωρίς φανερό αρχηγό.
Τα σοβιέτ, οι αυθόρμητες μαζικές οργανώσεις των αγροτών και των προλετάριων, στον συγκεκριμένο τόπο και σ΄ αυτήν τη στιγμή της ιστορίας, έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία του μπολσεβίκικου κόμματος επειδή «ο μαρξισμός διδάσκει (…) ότι το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλαδή, το κομμουνιστικό κόμμα, είναι το μόνο που μπορεί να συσπειρώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων μαζών… « (Λένιν)
Για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα συμβούλια, έπρεπε να τους προσδώσει και κάποια αίγλη: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Και ο Λένιν ανακαλύπτει τον «αντικρατιστή» Μαρξ, της Κομμούνας του 1871 και γράφει «Το κράτος και επανάσταση». Για τους παλιούς μπολσεβίκους, η υπόθεση μυρίζει αναρχισμό και ο Λένιν κατηγορείται ότι θέλει να πάρει το θρόνο που έμενε κενός από την εποχή του Μπακούνιν.
Από τη στιγμή που τα σοβιέτ συγκροτήθηκαν ως όργανα εξουσίας, η «δικτατορία» της τάξης και του κόμματος συγχέεται στην αρχή για να παραχωρήσει στη συνέχεια τη θέση της – και με τρόπο αδιαμφισβήτητο - στη δικτατορία του κόμματος πάνω στην τάξη. Ο Ζηνόβιεφ το ομολογεί: «Χωρίς τη σιδερένια δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος, η εξουσία των σοβιέτ στη Ρωσία δε θα διαρκούσε όχι τρία χρόνια, αλλά, ούτε τρεις εβδομάδες. Κάθε συνειδητός εργάτης πρέπει να καταλάβει, ότι η δικτατορία της εργατικής τάξης δε μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο μέσω της δικτατορίας της πρωτοπορίας της – δηλαδή, μέσω του κομμουνιστικού κόμματος (…) . Ο έλεγχος που ασκεί το κόμμα πάνω στα σοβιετικά όργανα,, πάνω στα συνδικάτα είναι η μόνη σταθερή εγγύηση ότι θα ικανοποιηθούν στο μέλλον όχι μόνο τα συμφέροντα οποιωνδήποτε ομάδων, αλλά και ολόκληρου του προλεταριάτου».
Μετά τη συντριβή της επαναστατικής αντιπολίτευσης, κυρίως μετά τη βίαιη καταστολή του αναρχικού κινήματος και του μαξιμαλιστικού ρεύματος, εμφανίστηκε στο εσωτερικό του ίδιου του μπολσεβίκικου κόμματος μια αντιπολίτευση που επέμενε δίχως μεγάλη τόλμη στις ξεχασμένες βασικές αρχές, όπως η εργατική αυτονομία, λόγου χάρη. Το 1920, η Αλεξάνδρα Κολοντάι, γράφει: «Φοβόμαστε την αυτόνομη δραστηριότητα των μαζών. Φοβόμαστε να αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο για το δημιουργικό τους πνεύμα. Τρέμουμε την κριτική. Δεν έχουμε πια εμπιστοσύνη στις μάζες». Και η Ρόζα Λούξεμπουργκ συμπληρώνει την κριτική: «δικτατορία, βέβαια, όχι όμως η δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή, η δικτατορία με την αστική έννοια, με την έννοια της γιακωβίνικης ηγεμονίας».
Τώρα, είναι η σειρά του Λένιν να κατηγορήσει την εργατική αντιπολίτευση, για «αναρχοσυνδικαλιστικές παρεκκλίσεις» όπως ακριβώς και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε χαρακτηρίσει τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ως αναρχοσυνδικαλίστρια.
Για τους φίλους του Λένιν και του Τρότσκι κάθε υπεράσπιση της αυτονομίας των μαζών είναι ύποπτη αναρχισμού. (Κολακευτικότατη φιλοφρόνηση !).
Απ΄ το σύνθημα της άνοιξης 1917 «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ», το μόνο που έμεινε το 1921, πάνω στον πάγο της Βαλτικής, ήταν ολόγυμνη η αλήθεια: «Όλη η εξουσία στην Κεντρική Επιτροπή του Κομουνιστικού Κόμματος». 1
Σημείωση
Φεβρουάριος 1921: απεργίες στην Πετρούπολη, εξέγερση της Κροστάνδης. 17 Μαρτίου: συντριβή της εξέγερσης. 8–16 Μαρτίου: 10ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, βίαιη επίθεση ενάντια στην Εργατική Αντιπολίτευση, διακήρυξη υπέρ της ενότητας του κόμματος, με την καταστολή κάθε τάσης ή «φράξιας» και για την «Αναρχική και Συνδικαλιστική Τάση μέσα στο Κόμμα μας». Για όλη αυτήν τη διαδικασία, βλ. Μόρις Μπρίντον, «Οι Μπολσεβίκοι και ο Εργατικός Έλεγχος: Το Κίνημα των Εργοστασιακών Επιτροπών, 1917-1921», Μετ.: Θέμη Μιχαήλ, Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977.
Η Ρωσική Επανάσταση και οι αναρχικοί
Λουίτζι Φάμπρι *
Όταν έχουν εξαντλήσει τα επιχειρήματά τους ενάντια στον ακλόνητo συλλογισμό μας, οι χτυπημένοι από τα πάρθια βέλη εξουσιαστές κομμουνιστές μας κατηγορούν ως «εχθρούς της Ρωσικής Επανάστασης».
Από την θέση μας για την πάλη ενάντια στην δικτατορική αντίληψη περί επανάστασης - μια θέση που την μοιραζόμαστε με τους Ρώσους συντρόφους μας - έως την υποστήριξη των επιχειρημάτων μας, μνημονεύουμε τα ολέθρια αποτελέσματα της δικτατορικής κατεύθυνσης της επαναστατημένης Ρωσίας και κρατάμε άσβηστο το φως των σοβαρών λαθών της εκεί κυβέρνησης και με αυτή την λογική και μόνο μας κατηγορούν ότι αγωνιζόμαστε ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση.
Αυτό είναι κάτι παραπάνω από αδικαιολόγητες κατηγορίες. Είναι ένα ψέμα και μια συκοφαντία. Εάν η υπόθεση της Ρωσικής Επανάστασης είναι η υπόθεση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης με μια ΠΡΑΚΤΙΚΗ και όχι με κάποια αφηρημένη έννοια, εάν είναι, δηλαδή, η υπόθεση του προλεταριάτου και της χειραφέτησής του από κάθε πολιτική και οικονομική δουλεία, από κάθε κρατική ή ιδιωτική εκμετάλλευση και καταπίεση, εάν η Ρωσική Επανάσταση είναι η υπόθεση της κοινωνικής ισότητας, τότε δικαιολογημένα μπορούμε να επιμείνουμε ότι οι μόνοι τίμιοι σήμερα στην Ρωσική Επανάσταση, την επανάσταση που έγινε από την εργατική τάξη της Ρωσίας, είναι οι αναρχικοί.
Εκτιμούμε ότι, για ένα σημαντικό διάστημα της επανάστασης, ο καθένας - και ειδικά οι επαναστάτες - αυτό που έχει δικαίωμα να ελπίζει είναι αγκάθια και ελάχιστα τριαντάφυλλα. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες γι’ αυτό. Αλλά η επανάσταση σταματά να είναι επανάσταση όταν δεν είναι και δεν σημαίνει καμιά βελτίωση, έστω και μικρή, για τις μάζες και αποτυγχάνει να εξασφαλίσει στους προλετάριους μια καλύτερη ζωή ή τουλάχιστον, εάν δεν μπορούν να το δουν ξεκάθαρα αυτό, από τη στιγμή που συγκεκριμένες προσωρινές δυσκολίες μπορούν να υπερνικηθούν, θα έρθει η ευημερία. Σταματά να είναι επανάσταση, εάν, με πρακτικούς όρους μιλώντας, περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ελευθερία των άλλων - για όλους αυτούς που καταπιέζονταν από το παλιό καθεστώς.
Αυτές είναι οι απόψεις και τα αισθήματα που μας καθοδηγούν στην προπαγάνδα και την πολεμική μας. Με κανέναν τρόπο η προπαγάνδα και η πολεμική μας δεν εξαρτούνται από σεχταριστικό πνεύμα, πολύ λιγότερο από ένα πνεύμα ανταγωνισμού ή προσωπικών ενδιαφερόντων και δεν ασκούμε αυτήν την προπαγάνδα ως μια άσκηση κριτικής και δογματισμού. Αλλά είμαστε αντιλαμβανόμαστε περισσότερο την εκπλήρωση μιας διπλής υποχρέωσης άμεσης πολιτικής σπουδαιότητας.
Από την μια πλευρά, η μελέτη της Ρωσικής Επανάστασης, το να ρίξουμε φώς στα λάθη που έγιναν από αυτούς που βρίσκονται στην κυβέρνηση και η κριτική για το μπολσεβίκικο σύστημα που κέρδισε, αποτελεί, όσον μας αφορά, μια υποχρέωση η οποία επιβάλλεται από την πολιτική αλληλεγγύη στους Ρώσους συντρόφους μας, οι οποίοι, επειδή συμμερίζονται τις σκέψεις μας και συμφωνούν με τις απόψεις μας - οι οποίες, πιστεύουμε, είναι οι σκέψεις και οι απόψεις οι περισσότερο συμβατές με τα ενδιαφέροντα της επανάστασης του προλεταριάτου - στερούνται κάθε ελευθερίας, συκοφαντημένοι, φυλακισμένοι, εξορισμένοι και, μερικοί από αυτούς, δολοφονημένοι από αυτήν την κυβέρνηση.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε την υποχρέωση να καταδείξουμε το μπολσεβίκικο λάθος, έτσι που εάν μια παρόμοια κρίση συμβεί στις δυτικές χώρες, το προλεταριάτο να μπορεί να φροντίσει ώστε να μην βαδίσει σε έναν δρόμο, να μην πάρει μια κατεύθυνση, η οποία ξέρουμε τώρα από πρώτο χέρι ότι θα σημάνει την αποτυχία της επανάστασης.
Εάν αυτό είναι ό,τι νομίζουμε, εάν είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι αυτή είναι η περίπτωση - και οι αντίπαλοί μας δεν έχουν καμιά αμφιβολία γι’ αυτό και δεν υπάρχουν άλλα ενδιαφέροντα ή ισχυρά αισθήματα που θα μπορούσαν να αλλάξουν τις απόψεις μας για να μην αναλάβουμε μια τέτοια δραστηριότητα - τότε είναι υποχρέωσή μας, ως αναρχικοί και επαναστάτες, να σπάσουμε την σιωπή μας. Αλλά μήπως όλα αυτά σημαίνουν ότι είμαστε ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση;
Η Ρωσική Επανάσταση είναι το πιο συνταρακτικό γεγονός του καιρού μας. Προερχόμενη και εξελισσόμενη ευκολότερα από ένα τεράστιο γεγονός, τον παγκόσμιο πόλεμο, η επανάσταση αυτή έχει ξεπεράσει τον πόλεμο σε σημασία και σπουδαιότητα.
Έχει καταφέρει, είτε το καταφέρνει τώρα είτε στο μέλλον - ενάντια σε κάθε εμπόδιο, όπως ευχόμαστε ακόμα - να σπάσει τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς που δένουν χειροπόδαρα την εργατική τάξη και πρέπει να επεκτείνει την πρόοδο που προήλθε από παλιότερες επαναστάσεις και να συμπεριλάβει στους στόχους της την οικονομική και κοινωνική ισότητα, την ελευθερία για όλους και στην θεωρία και στην πράξη, δηλαδή με την υλική πιθανότητα της επιτυχίας, τότε η Ρωσική Επανάσταση θα ξεπεράσει την ιστορική σπουδαιότητα και αυτής ακόμα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789-93.
Εάν ο παγκόσμιος πόλεμος απέτυχε να εξαλείψει όλες τις ελπίδες εξέγερσης από πλευράς των καταπιεσμένων ανθρώπων του κόσμου, εάν, παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι δεν γυρίζουν αιώνες πίσω στην ζωώδη ύπαρξη των προγόνων τους, αλλά προόδευσαν, αυτό το οφείλουμε, πέρα από κάθε αμφιβολία, στην Ρωσική Επανάσταση. Είναι η Ρωσική Επανάσταση αυτή που έχει ανυψώσει τις ηθικές και ιδεαλιστικές αξίες της ανθρωπότητας και η οποία μας έχει αναδείξει τις φιλοδοξίες μας και το πνεύμα συλλογικότητας όλων των ανθρώπων προς μια υψηλότερη ανθρωπινότητα.
Σ’ αυτή την λυπημένη αυγή του 1917, ενώ ολόκληρος ο κόσμος φαινόταν ότι βούλιαζε στον τρόμο, στον θάνατο, στο ψεύδος, στην εχθρότητα και στο πιο μαύρο σκοτάδι, η Ρωσική Επανάσταση ξαφνικά πλημμύρισε όλους εμάς που υποφέραμε από αυτήν την ατελείωτη τραγωδία με ένα φως αλήθειας και αδελφότητας και την ζεστασιά της ζωής και η αγάπη άρχισε να φτερουγίζει ξανά στις καψαλισμένες καρδιές των εργατών διεθνώς.
Όσο διατηρείται αυτή η μνήμη, όλοι οι άνθρωποι της γης θα χρωστούν στον Ρωσικό λαό αυτή την προσπάθεια, με την οποία, όχι μόνο στην Ρωσία και στην Ευρώπη, αλλά και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου όπου κατοικούν άνθρωποι, ανυψώθηκαν οι ελπίδες των καταπιεσμένων.
Εμείς δεν αποκρύπτουμε απολύτως το κόστος του κατορθώματος αυτού του Ρωσικού λαού όσον αφορά την κούραση, τον ηρωισμό, την θυσία και το μαρτύριο.
Εμείς οι αναρχικοί δεν ακολουθούμε την πρόοδο της επανάστασης με διανοητικές επιφυλάξεις ή με σεχταριστικό πνεύμα.
Ποτέ δεν μιλάμε με αυτό τον τρόπο, δημόσια ή μη και μέχρι τώρα. Και καθώς η επανάσταση προχωρά δεν μας ενδιαφέρει ποιο κόμμα θα κερδίσει την μεγαλύτερη φήμη. Και κανείς, ή πρακτικά κανείς, δεν μιλά για τους Ρώσους αναρχικούς. Γνωρίζαμε - και αργότερα τα νέα απέδειξαν ότι είχαμε δίκιο - ότι πρέπει να είμαστε στην πρώτη γραμμή της μάχης, άγνωστοι μεν, αλλά όχι λιγότερο σπουδαίοι παράγοντες της επανάστασης. Και για μας αυτό ήταν αρκετό.
Δεν έχουμε οπαδούς ούτε έχουμε καμιά ανάγκη να εκμεταλλευτούμε και να εξασφαλίσουμε προνόμια για το μέλλον και, γι’ αυτό το λόγο, η σιωπή μας όσον αφορά το έργο των συντρόφων μας δεν αποθάρρυνε την χαρά μας. Και, ανάμεσα στους μήνες Μάρτιο και Νοέμβριο, πριν οι μπολσεβίκοι καταλάβουν την εξουσία (και ακόμα μερικούς μήνες μετά από αυτό, μέχρι που η πικρή εμπειρία επιβεβαίωσε τα λεγόμενά μας και μας έδωσε μια ιδέα από πριν) οι μπολσεβίκοι φάνηκε να είναι οι ενεργητικότεροι εχθροί των παλιών καταπιεστών, της πολιτικής του πολέμου, ότι δεν είχαν δοσοληψίες με την μπουρζουαζία και ότι πάλευαν ενάντια στο δημοκρατικό ριζοσπαστισμό που έχει τις ρίζες του στον καπιταλισμό και, μαζί με αυτό, ενάντια στους σοσιαλ-πατριώτες, στους ρεφορμιστές, στους δεξιούς σοσιαλ-επαναστάτες και στους μενσεβίκους και, αργότερα, όταν μετά από μια μικρή διστακτικότητα συνεργάστηκαν να διασκορπίσουν στους ανέμους την διφορούμενη Συντακτική Συνέλευση, οι αναρχικοί, χωρίς καμία παράλογη αντιζηλία, τους συμπαραστάθηκαν.
Στάθηκαν στην πλευρά τους ιδεαλιστικά, πνευματικά, έξω από την Ρωσία και, περισσότερο πρακτικά, στην σφαίρα της προπαγάνδας και της πολιτικής δραστηριότητας ενάντια στις συκοφαντίες και τις διαβολές της μπουρζουαζίας. Και, ακόμα περισσότερο πρακτικά, στάθηκαν εκεί ακόμα (αν και είχαν αρχίσει να αντιτίθενται σε πολεμικό επίπεδο), ενάντια στις αστικές κυβερνήσεις όταν, τόσο όσο ήταν δυνατόν, έγινε μια προσπάθεια να αναληφθεί άμεση δράση για να καταπολεμηθεί το καθόλου φημισμένο μποϋκοτάζ σε βάρος της Ρωσίας και να σταματήσει η προμήθεια με πολεμικό υλικό στους εχθρούς της.
Κάθε ώρα που τα ενδιαφέροντα της επανάστασης και του Ρωσικού λαού βρίσκονταν στην κορυφή, οι αναρχικοί έκαναν το καθήκον τους, ακόμα και αν ήξεραν ότι με πλάγιο τρόπο βοηθούσαν τους αντιπάλους τους.
Το ίδιο συνέβη, σε μεγαλύτερη κλίμακα και μια σπουδαιότερη κατανάλωση ενέργειας και περισσότερες θυσίες σε μια σκληρή ένοπλη πάλη, μέσα στην Ρωσία, όπου οι σύντροφοί μας πάλευαν για την επανάσταση και ενάντια στον τσαρισμό πριν από το 1917, με πεισματώδη αντίσταση στον πόλεμο και μετά με τα όπλα στα χέρια τον Μάρτιο, ενάντια στην αστική δημοκρατία και τον σοσιαλ-ρεφορμισμό του Ιουλίου και του Οκτωβρίου αργότερα, παλεύοντας, στο τέλος, σε όλα τα μέτωπα, δίνοντας την ζωή τους στην πάλη ενάντια στον Γιούντενιτς, τον Ντενίκιν και τον Βράνγκελ, ενάντια στους Γερμανούς στην Ρίγα, τους Άγγλους στο Άρχανγκελ, τους Γάλλους στην Οδησσό και τους Ιάπωνες στην Σιβηρία.
Αρκετοί από αυτούς (και εδώ δεν υπάρχει χώρος για να δούμε αν έκαναν λάθος ή όχι) συνεργάστηκαν με τους μπολσεβίκους στην εσωτερική πολιτική ή στην στρατιωτική οργάνωση, όπου μπορούσαν, σε αντίθεση με την συνείδησή τους, αλλά για το συμφέρον της επανάστασης. Και εάν σήμερα οι Ρώσοι αναρχικοί είναι ανάμεσα στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης στην Ρωσία και παλεύουν ενάντια στην μπολσεβίκικη πολιτική και κυβέρνηση, το κάνουν γιατί αναγκάζονται - αυτοί οι μικροί ήρωες - να το κάνουν για την επανάσταση που άρχισε τον Μάρτιο του 1917.
Η σημερινή κυβέρνηση αποτελεί την άρνηση της Ρωσικής Επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, είναι διαμετρικά αντίθετο σ’ αυτήν το ότι υπάρχει μια κυβέρνηση. Όχι μόνο μαχόμαστε την Ρωσική κυβέρνηση, στο επίπεδο της πολεμικής, με επαναστατικά επιχειρήματα που δεν έχουν τίποτα κοινό με αυτά των εχθρών της επανάστασης, αλλά την υπερασπίζουμε, αποσαφηνίζοντάς την και ελευθερώνοντάς την από τους λεκέδες με τους οποίους την βλέπει ο κόσμος - λεκέδες που δεν προέρχονται από αυτή την ίδια, αλλά από το κυβερνητικό κόμμα, την νέα άρχουσα κάστα που αναπτύσσεται σαν παράσιτο στον κορμό της, ζημιώνοντας το μεγάλο μέρος του προλεταριάτου.
Αυτό με κανέναν τρόπο δεν μας αποτρέπει από το να κατανοήσουμε την μεγαλοπρέπεια της Ρωσικής Επανάστασης και να εκτιμήσουμε την ανανεωτική της υφή που αντιπροσωπεύει για την Ευρώπη. Στο μόνο πράγμα που αντιστεκόμαστε είναι το ότι ένα και μόνο κόμμα πρέπει να μονοπωλεί τα κέρδη και τα οφέλη ενός τόσο τεράστιου γεγονότος, το οποίο αυτοί σίγουρα δεν το δικαιούνται, αλλά κατ’ αναλογία που κάποιος μπορεί να περιμένει από τους αριθμούς και την οργάνωσή τους.
Η Ρωσική Επανάσταση δεν ήταν το έργο ενός κόμματος - ήταν το έργο ενός ολόκληρου λαού και ο λαός αυτός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της πραγματικής Ρωσικής Επανάστασης. Το μεγαλείο της Επανάστασης δεν προέρχεται από την ψήφιση κυβερνητικών διατάξεων, νόμων και την δημιουργία στρατιωτικών σωμάτων, αλλά από τον σχηματισμό των εμβριθών αλλαγών σφυρηλατημένων στην ηθική και υλική ζωή του πληθυσμού.
Η αλλαγή αυτή είναι αναντίρρητη. Ο τσαρισμός στην Ρωσία πέθανε και μαζί με αυτόν και μια ολόκληρη ατέλειωτη σειρά τερατουργημάτων. Η παλιά τάξη των ευγενών και η αστική τάξη έχουν καταστραφεί και μαζί με αυτήν αρκετά πράγματα, από τις ρίζες τους, ιδιαίτερα ένα σωρό προκαταλήψεις, η εξάλειψη των οποίων φαινόταν κάποτε αδύνατη. Πρέπει η Ρωσία, όπως είναι τώρα η κατάσταση, να είναι αρκετά άτυχη ώστε να αντικρίσει την δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης.
Η κατεδάφιση των παλιών εκμηδενισμένων οδηγεί στην προσδοκία ότι ο νόμος της νέας εξουσίας θα ανατραπεί χωρίς δυσκολία. Η αυθεντική ελευθεριακή ιδέα πίσω από τα «Σοβιέτ» δεν κέρδισε τις καρδιές των Ρώσων, είναι μάταιη, ακόμα και εάν οι μπολσεβίκοι την έχουν ακρωτηριάσει και την έχουν μετατρέψει σε τροχό της γραφειοκρατίας της δικτατορίας. Μέσα σε αυτήν την ιδέα ενυπάρχει ο σπόρος της νέας επανάστασης, η οποία πρέπει να είναι η μόνη που δρα και αναπτύσσεται στο πνεύμα του αληθινού κομμουνισμού, του κομμουνισμού με ελευθερία.
Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηθική ανανέωση της Ρωσίας στην αφύπνιση της επανάστασης ούτε μπορεί να την καταστρέψει και αυτή η ανανέωση είναι η ουσία της λαϊκής επανάστασης μόνο, όχι ενός πολιτικού κόμματος. «Και, φυσικά, σε πείσμα των πάντων» (ένας σύντροφος, ο οποίος επέστρεψε μόλις από την Ρωσία, έγραψε σε μένα, μετά από κάποιες κριτικές για την κακοδιοίκηση των μπολσεβίκων), «η εντύπωση ότι η ζωή των Ρώσων μας κάνει να πιστεύουμε ότι όλα εδώ στην καπιταλιστική Ευρώπη φαίνονται μια άθλια, βλακώδης «αστική» απομίμηση, δεν υπάρχει καμιά κοινοτοπία. Δεν μπορεί κάποιος να ακούσει αυτά τα χυδαία τραγούδια από μεθυσμένους. Επικρατεί μια απωθητική ατμόσφαιρα τις Κυριακές και αυτά τα μέρη όπου ο κόσμος διασκεδάζει στις δυτικές χώρες δεν υπάρχουν. Εν μέσω θυσιών και ανείπωτης συμφοράς, ο κόσμος ζει μια καλύτερη, περισσότερο έντονη ηθική ζωή».
Με πραγματικούς όρους η Ρωσική Επανάσταση ζει στη ζωή των Ρώσων. Είναι η επανάσταση που αγαπάμε, που γιορτάζουμε με ενθουσιασμό και με μια καρδιά γεμάτη ελπίδα. Αλλά, καθώς ποτέ δεν κουραζόμαστε να το επαναλαμβάνουμε, η επανάσταση και ο Ρωσικός λαός δεν είναι η κυβέρνηση, που στα μάτια του επιπόλαιου κοινού, φαίνεται ότι τον αντιπροσωπεύει έξω.
Ένας φίλος μου, επιστρέφοντας από την Ρωσία το 1920, με αρκετό ενθουσιασμό, όταν τον προειδοποίησα ότι τα σοβιέτ ήσαν ένα ταπεινωμένο είδος υποταγής και ότι οι κυβερνητικοί αντιπρόσωποι ακόμα μανούβραραν την εκλογή τους «φασιστικά», μου απάντησε, κατά κάποιο απερίσκεπτο τρόπο: «Αλλά εάν οι προλετάριοι στην πλειοψηφία τους ήσαν πραγματικά ικανοί να εκλέξουν σοβιέτ της επιλογής τους, η μπολσεβίκικη κυβέρνηση δεν θα έμενε στην εξουσία την επόμενη βδομάδα!».
Εάν είναι έτσι, τότε όταν ασκούμε κριτική - όχι σε άτομα ούτε σε μεμονωμένους ανθρώπους, τους οποίους έχουμε υπερασπιστεί ενάντια στις συκοφαντίες του Τύπου των καπιταλιστών - όταν εμείς, παρακινημένοι από το συνεχές μας ενδιαφέρον, όχι να υποπέσουμε σε μια λανθασμένη, υπερβάλλουσα μορφή κριτικής, κάνουμε επίθεση στο κυβερνών κόμμα στην Ρωσία και αυτοί από τους υποστηρικτές του που αγωνιούν να ακολουθήσουν τα βήματά του στην Ιταλία - επειδή βλέπουμε ότι οι μέθοδοί του είναι βλαβεροί στην επανάσταση και προωθούν μια πραγματική αντεπανάσταση - πώς μπορεί κάποιος να πει ότι «υιοθετούμε μια στάση ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση»;
Το προλεταριάτο, το οποίο μας γνωρίζει και μας λαμβάνει υπόψη του, γνωρίζει ότι αυτό είναι ένας κακός, γελοίος ισχυρισμός, όσο κακός και γελοίος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αστοί κονδυλοφόροι προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν προσβολές και κατηγορίες ενάντια σε ολόκληρο τον Ιταλικό λαό τις δικαίως δριμείες κριτικές - τις οποίες υποστηρίζουμε - ότι οι ξένοι επαναστάτες στρέφονται ενάντια στην κυβέρνηση και στην αστική τάξη της Ιταλίας.
• Ο Λουίτζι Φάμπρι γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1877. Ήταν και παραμένει ελάχιστα γνωστός έξω από τους ιταλικούς αναρχικούς κύκλους. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε ένας από τους πιο εξέχοντες αναρχικούς θεωρητικούς, ακολουθώντας και προπαγανδίζοντας το αναρχοκομμουνιστικό ρεύμα, στο οποίο, επίσης, περιλαμβάνονται και οι Λουίτζι Γκαλεάνι, Καμίλο Μπερνέρι και Πιέτρο Γκόρι, ανάμεσα σε άλλους. Έγινε αναρχικός σε ηλικία 17 ετών και μετά από δύο χρόνια συνάντησε τον Ερρίκο Μαλατέστα, με τον οποίο επιδόθηκαν σε διάφορες επαναστατικές δραστηριότητες. Ήταν συνεκδότης της ιταλικής αναρχικής επιθεώρησης «Il Pensiero» («Η Σκέψη»), αλλά συνεισέφερε και σε άλλες αναρχικές εκδόσεις, όπως την «Lotta Umana» («Ανθρώπινη Πάλη») και την τότε καθημερινή «Umanita Nova» («Νέα Ανθρωπότητα»), η οποία συνεχίζει σήμερα την κυκλοφορία της ως όργανο της Ιταλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI) και της οποίας ο Ερρίκο Μαλατέστα ήταν εκδότης για χρόνια. Έγραψε, επίσης, διάφορα έργα, από τα οποία τα γνωστότερα είναι: «Μαλατέστα, η Ζωή και η Σκέψη του», «Δικτατορία και Επανάσταση», «Μαρξισμός και Αναρχισμός» και «Αστικές Επιδράσεις στον Αναρχισμό» (που έχει μεάαφραστεί και κυκλοφορήσει στα ελληνικά από την Ομάδα Αναρχοκομμουνιστών-Κοινοτιστών Νέας Σμύρνης, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος»). Το 1926 κατάφερε να διαφύγει από την φασιστική τρομοκρατία, καταφεύγοντας πρώτα στο Βέλγιο και στην Γαλλία και μετά, αφ’ ότου απελάθηκε από εκεί, στην Ουρουγουάη όπου συνέχισε τον αγώνα και την αναρχική προπαγάνδα και πέθανε το 1935.
Αναδημοσίευση από:«Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης» Μελβούρνη, Αυστραλία
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ένα συνέδριο μαριονέτα – το ΙΙΙο συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς
(Πώς τα συνδικάτα έχασαν την αυτονομία τους)
Ι.
ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ CNT ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1919
(Από το έργο του Ζοζέ Ρειράτ «Η CNT στην Ισπανική επανάσταση», 1958)
Το 1ο συνέδριο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας Ισπανίας (CNT) έγινε στη Μαδρίτη από τις 10 ως τις 18 Δεκέμβρη 1919. Προσυνεδριακά, τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες οργανώσεις απασχόλησαν τρία βασικά ζητήματα : α. ένωση των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων του Ισπανικού προλεταριάτου (απορρίφθηκε με 221.824 ψήφους υπέρ, έναντι 433.458 ψήφους κατά και 10.192 αποχές) . β. νέα οργανική δομή στη βάση βιομηχανικών εθνικών ομοσπονδιών (απορρίφθηκε με 14.000 ψήφους υπέρ , έναντι 651.472 ψήφους κατά ) και γ. μια δήλωση υπέρ των ελευθεριακών κομμουνιστικών αρχών της τάσης των οπαδών της απόλυτης ελευθερίας ( έγινε δεκτή ομόφωνα).
Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση έγινε πάνω στο θέμα της στάσης που έπρεπε να παρθεί απέναντι στη ρωσική επανάσταση. Ακούστηκαν πολλές απόψεις. Οι πιο σημαντικές ήταν :
- Ποια μέσα θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πρακτικά για να βοηθήσουμε τη ρώσικη επανάσταση και να αποτύχει ο αποκλεισμός που έχουν επιβάλλει τα καπιταλιστικά κράτη;
- Ήταν αναγκαία η προσχώρηση στην Τρίτη Συνδικαλιστική Διεθνή;
- Η Συνομοσπονδία έπρεπε να προσχωρήσει αμέσως στη Διεθνή και σε ποια;
- Θα είναι χρήσιμο να συγκληθεί στην Ισπανία ένα συνέδριο της Διεθνούς;
Έγιναν δεκτές πολλές εισηγήσεις, μεταξύ των οποίων και η πιο κάτω:
«Η Εθνική Συνομοσπονδία παραμένει σταθερός υπερασπιστής των αρχών που υποστήριζε ο Μπακούνιν στην Πρώτη Διεθνή. Από την άλλη μεριά, δηλώνει ότι προσχωρεί προσωρινά στην Τρίτη Διεθνή επειδή ο κύριος χαρακτήρας της είναι επαναστατικός και περιμένοντας να γίνει το Διεθνές Συνέδριο στην Ισπανία, πρέπει η Συνομοσπονδία να βάλει τις βάσεις οι οποίες θα διέπουν την αληθινή Διεθνή των εργαζομένων».
Ο Άνγκελ Πεστάνια ορίστηκε αντιπρόσωπος για να πάει στη Ρωσία και να γνωστοποιήσει εκεί τις αποφάσεις που πήρε το συνομοσπονδιακό συνέδριο.
ΙΙ.
Το ΙΙΙο Συνέδριο της ΤΡΙΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ (Ιούνιος 1920)
(Αφήγηση του Άνγκελ Πεστάνια)
Το 3Ο Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς άρχισε στις 28 Ιουνίου 1920 στην έδρα της στη Μόσχα. Στην αρχή ο Ζηνόβιεφ πρότεινε να γίνει δεκτή σαν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τρίτης Διεθνούς, η Ισπανική Συνομοσπονδία. Η πρόταση έγινε δεκτή.
Ο Λοζόφσκυ (πρόεδρος της συνδικαλιστικής κόκκινης Διεθνούς από το 1920 ως το 1937) πρότεινε με τη σειρά του την οργάνωση μιας επαναστατικής συνδικαλιστικής Διεθνούς, τονίζοντας: «Στην πλειοψηφία των εμπόλεμων χωρών, το μεγαλύτερο μέρος των συνδικάτων υπήρξαν κατά τα οδυνηρά χρόνια του πολέμου, οπαδοί της ουδετερότητας (απολιτικής). Υπήρξαν οι δούλοι του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και είχαν παίξει ολέθριο ρόλο καθυστερώντας την χειραφέτηση των εργαζομένων.
Στη δικτατορία της αστικής τάξης χρειαζόταν η επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου, σαν το μόνο αποφασιστικό και μεταβατικό μέσο, της μόνης ικανής δύναμης να κλονίσει την αντίσταση των εκμεταλλευτών και να εξασφαλίσει έτσι την ισχυροποίηση της εξουσίας από το προλεταριάτο».
Το συνέδριο αποφασίζει κατά συνέπεια:
- Να καταδικάσει κάθε τακτική που προορίζεται να κάνει ώστε να βγουν έξω από τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις τα πρωτοποριακά στοιχεία και αντίθετα να απομακρυνθούν κατά ριζικό τρόπο από τη διεύθυνση του συνδικαλιστικού κινήματος οι οπορτουνιστές που είχαν συνεργαστεί με την αστική τάξη αποδεχόμενοι τον πόλεμο.
- Να υποστηρίξει μέσα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις όλου του κόσμου μια μεθοδική προπαγάνδα δημιουργώντας σε κάθε μια από αυτές έναν κομμουνιστικό πυρήνα που θα κατέληγε να επιβάλλει την άποψή του.
- Να δημιουργήσει μια επιτροπή διεθνούς δράσης και πάλης για τη μεταμόρφωση του συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτή η επιτροπή θα λειτουργήσει σαν ένα διεθνές συμβούλιο των εργατικών συνδικάτων σε συμφωνία με την εκτελεστική επιτροπή της Τρίτης Διεθνούς στις συνθήκες που θα διαμορφωθούν από το συνέδριο. Αυτό θα αποτελείται από εκπροσώπους όλων των εργατικών εθνικών οργανώσεων που έχουν προσχωρήσει.
- Όταν πήρα το λόγο δήλωσα : τρία σημεία του ντοκουμέντου θα γίνουν το αντικείμενο μιας γρήγορης και συγκεκριμένης εξέτασης, διότι οι οργανώσεις που αντιπροσωπεύω πήραν μια θέση που τις χωρίζει ολότελα από αυτό το ντοκουμέντο. Τα τρία σημεία είναι: ο απολιτισμός, η κατάκτηση της εξουσίας και η δικτατορία του προλεταριάτου.
Πραγματικά, μέσα σ΄ αυτό το ντοκουμέντο, ο απολιτισμός είναι καταδικασμένος, από μερικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ σχεδόν όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που συντάχτηκαν υπέρ του ιμπεριαλιστικού πόλέμου ήταν πολιτικοποιημένες, γεγονός που είναι αντίθετο με εκείνα που μας λέει το ντοκουμέντο. Πού βρίσκεται, λοιπόν, η λογική αυτού του ντοκουμέντου; Τα δύο σημεία που μένουν είναι εκείνα που αφορούν την κατάκτηση της εξουσίας και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι λίγος ο χρόνος για να εκθέσω αυτό που σκέφτεται η Συνομοσπονδία και που εκπροσωπώ εδώ πάνω σ΄ αυτά τα δύο θέματα.
Σας υπενθυμίζω πως κατά τη διάρκεια του πρώτου συνεδρίου της Συνομοσπονδίας που έγινε στη Μαδρίτη, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη της τελευταίας χρονιάς (1919), αποφασίστηκε ομόφωνα από τους πεντακόσιους παρόντες αντιπροσώπους ότι ο τελικός σκοπός ήταν η επικράτηση του κομμουνισμού με πλήρεις ελευθερίες.
Θα προσθέσω ακόμη δύο λέξεις ως προς το θέμα του άρθρου που ευνοεί τη στενή συνεργασία με το πολιτικοποιημένο κομμουνιστικό προλεταριάτο.
Η Συνομοσπονδία αποδέχεται τη συνεργασία με όλες τις επαναστατικές οργανώσεις που θα πάλευαν εναντίον του καπιταλιστικού καθεστώτος διατηρώντας πάντα το δικαίωμα να το κάνουν όπως θα τους φαινόταν καλύτερα. Σκέπτομαι ότι πραγματικά η Συνομοσπονδία μου δε θα δεχόταν ποτέ να συμφωνήσει αν αμφισβητούνταν η ελευθερία της δράσης της ʽʼ
Την πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο δε τις συζήτησε κανείς. Στη διάρκεια της συζήτησης στην τρίτη παράγραφοξαναδήλωσα ότι εμείς είμαστε μη πολιτικοποιημένοι και ότι έπρεπε να αντεπεξέλθουμε στον πόλεμο με όλα τα μέσα και ότι ήταν παράδοξο να υπογράψουμε ένα ντοκουμέντο που καταδίκαζε τη δράση μας και τις αρχές μας. Τελικά συμφωνήθηκε η τροποποίηση της σύνταξης αυτής της παραγράφου.
Η τέταρτη παράγραφος έγινε η αιτία μιας μακράς συζήτησης γιατί ήμαστε πολλοί που υποστηρίζαμε την αρχή μιας πλήρους συνδικαλιστικής αυτονομίας. Τέλος, ύστερα από ατέλειωτες συζητήσεις το ντοκουμέντο υπογράφηκε από πέντε από τους εφτά συνολικά παρόντες αντιπροσώπους.
Η θέση μου ήταν πολύ λεπτή, γιατί η Συνομοσπονδία είχε προσχωρήσει στην Τρίτη Διεθνή. Δεν μπορούσα να απορρίψω ένα ντοκουμέντο που είχε γίνει δεκτό από αυτή. Άρα, έπρεπε να ακολουθήσω την πλειοψηφία.
Εξάλλου κατά την υπογραφή αυτού του ντοκουμέντου είχα γράψει: «από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας, Άνγκελ Πεστάνια», αντί να γράψω «για την Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας, Άνγκελ Πεστάνια». Έτσι απαλλασσόμουν από την ευθύνη. Όταν μου έδωσαν το λόγο, θύμισα ότι οι αντιπρόσωποι γνωρίζουν ήδη τις αντίθετες θέσεις μου ως προς την κατάκτηση της εξουσίας και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Θύμισα, επίσης, πως οι θέσεις αυτές δεν εκφράζανε την προσωπική μου άποψη, αλλά την άποψη της Συνομοσπονδίας.
Δήλωσα κατά συνέπεια, ότι αν η πλειοψηφία με υποχρέωνε να αποδεχτώ το ντοκουμέντο όπως ήταν, θα το υπέγραφα, αλλά θα έδινα από πριν την εξής προειδοποίηση: «όλα όσα αναφέρονται στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, στη δικτατορία του προλεταριάτου και στη συνεργασία με το κομμουνιστικό πολιτικό προλεταριάτο παραμένουν υποταγμένα στις κατοπινές αποφάσεις που θα πάρει η Συνομοσπονδία μόλις επιστρέψω στην Ισπανία και η συνομοσπονδιακή Επιτροπή θα μάθει για όλα όσα αποφασίστηκαν κατ΄ αυτή τη σύσκεψη».
Το ίδιο έγινε για την πρόσκληση που θα απευθυνόταν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις όλου του κόσμου. Σ΄ αυτή την πρόσκληση γραφόταν πως οι συνδικαλιστικές, εθνικές και διεθνείς επαγγελματικές οργανώσεις, οι τοπικές και περιφερειακές ενώσεις που αποδέχονταν την επαναστατική πάλη των τάξεων, προσκαλούνταν να παραβρεθούν στη συνδιάσκεψη.
Δεν ήμουν σύμφωνος ούτε με αυτή την πρόσκληση που έφραζε το δρόμο σε πολλές οργανώσεις που θα ήθελαν να παραβρεθούν στη συνδιάσκεψη, αλλά που δεν ήταν σύμφωνες με τη δικτατορία του προλεταριάτου και με την κατάκτηση της εξουσίας. Αυτό ήταν κατά τη γνώμη μου μια πλάνη…
ΙΙΙ.
ΕΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑ
Ο Πεστάνια βεβαιώνει πως οι κομμουνιστές ήταν σύμφωνοι στη βελτίωση της σύνταξης του ντοκουμέντου στο θέμα της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά μόλις για μια στιγμή απουσίασε ο Ισπανός αντιπρόσωπος, το ντοκουμέντο δημοσιεύτηκε όπως ήταν στο πρωτότυπο κείμενο. Στο θέμα της ανάπτυξης του ίδιου συνεδρίου, ο Πεστάνια λέει πως η πάλη που έγινε για το πρόσωπο που θα αναλάβει την προεδρία τράβηξε όλη την προσοχή. Αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσε, πως το ίδιο το συνέδριο ήταν μια μαριονέτα. Η προεδρία έκανε τον κανονισμό. Τροποποιούσε όπως της άρεσε τις προτάσεις, ανέτρεπε την ημερήσια διάταξη και παρουσίαζε προτάσεις δικής της πρωτοβουλίας. Ο τρόπος που χρησιμοποίησε στο συνέδριο ήταν εντελώς καταχρηστικός για να πετύχει τους σκοπούς της. Παράδειγμα, ο Ζηνόβιεφ εκφώνησε έναν λόγο μιάμιση ώρας παρόλο που κάθε παρέμβαση δεν έπρεπε να ξεπερνάει τα δέκα λεπτά.
Ο Πεστάνια ήθελε να απαντήσει σ΄ αυτή την ομιλία αλλά το λόγο του τον διέκοψε στα δέκα λεπτά με το χέρι, το προεδρείο. Ο ίδιος ο Πεστάνια κριτικαρίστηκε από τον Τρότσκι μέσα σε ένα λόγο που κράτησε περισσότερο από τρία τέταρτα της ώρας και όταν ο Πεστάνια ζήτησε να απαντήσει στις επιθέσεις του Τρότσκι, το προεδρείο δήλωσε ότι η συζήτηση είχε κλείσει. Ο ίδιος αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο που ορίζονταν οι εισηγητές. Θεωρητικά, κάθε αντιπρόσωπος μπορούσε να κάνει μια πρόταση, αλλά το προεδρείο διάλεγε το ίδιο τους «ενδιαφέροντες». Οι αναλογικοί ψήφοι (κατά αντιπροσωπεία ή αντιπρόσωπο) προβλέπονταν, αλλά δεν εφαρμόζονταν. Έτσι, το ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα εξασφάλιζε μια άνετη πλειοψηφία.
Η αποκορύφωση ήταν ότι μερικές ενδιαφέρουσες αποφάσεις δεν παίρνονταν ούτε μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου αλλά, στα παρασκήνια. Με αυτές τις διαδικασίες εγκρίθηκε το παρακάτω κείμενο: «Στα προσεχή παγκόσμια συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς, οι εθνικές συνδικαλιστικές οργανώσεις που είναι μέλη θα αντιπροσωπεύονται από τους αντιπροσώπους του κομμουνιστικού κόμματος κάθε χώρας».
Η διαμαρτυρία εναντίον αυτής της απόφασης απλούστατα αγνοήθηκε. Ο Πεστάνια εγκατέλειψε τη Ρωσία στις 6 Σεπτέμβρη 1920, αφού αντάλλαξε εντυπώσεις σύντομες με τον Αρμάνδο Μπόρκι (γενικού γραμματέα της Αναρχοσυνδικαλιστικής Ιταλικής Ένωσης ) που είχε πάει στη Ρωσία σαν εκπρόσωπος της Ένωσης και τώρα έφευγε απογοητευμένος από αυτή την εμπειρία. Αλλά πριν εγκαταλείψουν τη Μόσχα και οι δύο, πήραν γνώση της εγκυκλίου για την οργάνωση της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς.
Αν στα μελλοντικά συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς ήθελε κανείς, να εξασφαλίσει την κυριαρχία των κομμουνιστικών κομμάτων πάνω στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, θα μπορούσε να υποθέσει ότι μέσα σε μια συνδικαλιστική Διεθνή το πράσινο φως θα ανοιγόταν μόνο για τις εργατικές κεντρικές οργανώσεις που ελέγχονταν από τα κομμουνιστικά κόμματα .
Το σχέδιο δράσης του 3ου Συνεδρίου της Τρίτης Διεθνούς, περιλάμβανε :
Μια ειδική Επιτροπή θα έπρεπε να οργανωθεί σε κάθε χώρα από το κομμουνιστικό κόμμα.
Αυτή η Επιτροπή θα είχε για δουλειά της να δέχεται και να διανέμει σε όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις τις εγκυκλίους και τις δημοσιεύσεις της Κόκκινης Διεθνούς οργάνωσης.
Η Επιτροπή θα όριζε τους συντάκτες των επαγγελματικών και επαναστατικών εφημερίδων εντυπώνοντας τους την άποψη της Διεθνούς εναντίον της αντίπαλης Διεθνούς.
Η Επιτροπή θα επέβαινε με τα δικά της μέσα επέμβασης και πολεμικής.
Η Επιτροπή θα δουλεύει σε στενή συνεργασία με το κομμουνιστικό κόμμα παραμένοντας όμως ένα διαφορετικό όργανο.
Η Επιτροπή θα συμβάλλει στη σύγκλιση διασκέψεων στις οποίες θα συζητούνται θέματα διεθνούς οργάνωσης και θα διαλέγει τους ικανούς για προπαγάνδα ρήτορες.
Η Επιτροπή θα συγκροτείται κατά προτίμηση από κομμουνιστές συντρόφους. Οι εκλογές θα επιβλέπονται από το κομμουνιστικό κόμμα.
Στις χώρες που δε θα μπορεί να υιοθετηθεί αυτή η μέθοδος θα στέλνονται απεσταλμένοι του κομμουνιστικού κόμματος για να δημιουργήσουν μια παρόμοια οργάνωση.
«Πρέπει να ξέρουμε να αντιστεκόμαστε με όλα μας τα μέσα, να κάνουμε κάθε θυσία και να είμαστε έτοιμοι για όλα – αν η ανάγκη – να χρησιμοποιήσουμε ακόμα και το δόλο, την υποκρισία, τις αθέμιτες μεθόδους, να αποσιωπήσουμε και να κρύψουμε την αλήθεια, μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να διεισδύσουμε στα συνδικάτα, να παραμείνουμε σ΄ αυτά και να πραγματοποιήσουμε εκεί ένα κομμουνιστικό έργο». Β.Ι. Λένιν, «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού».

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Αναρχική Κομμουνιστική Ανακοίνωση από οργανώσεις ανα το παγκόσμιο

Για την Πρωτομαγιά

Είναι καθήκον των αναρχικών κομμουνιστών και των επαναστατών [να προστατεύσουν αυτή τη μνήμη και να εξασφαλίσουν το ότι θα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος των σημερινών αγώνων ως ενεργός δύναμη η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εργατικού κινήματος, ενός κινήματος που πρέπει να γίνει μια πραγματικά επαναστατική δύναμη ικανή να καταστρέψει τον καπιταλισμό και να ανοίξει μια νέα εποχή ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης.



Σήμερα όπως και στο παρελθόν, η Πρωτομαγιά σημαίνει σεβασμό για τις κινητοποιήσεις σε όλο τον κόσμο από τους εργαζόμενους που υποφέρουν, σε καιρούς που ακόμη πληρώνουν με τη ζωή τους, για χάρη των αγώνων τους, για να βελτιώσουν την κατάσταση των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του καπιταλισμού.

Ως αναρχικοί κομμουνιστές υποστηρίζουμε τον αγώνα για μια ριζοσπαστική αλλαγή προς μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, αλλά δεν ξεχνάμε ότι σε πολλές χώρες, οι εργαζόμενοι δεν έχουν καν την πιο βασική δυνατότητα να οργανωθούν σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, και αρκετοί εργάζονται σε ζωώδεις συνθήκες και με εξίσου ζωώδεις μισθούς. Οι σκέψεις μας σήμερα πηγαίνουν σ΄ αυτούς τους εργαζόμενους, καθώς επιζητούμε να ενισχύσουμε τα δίκτυα υποστήριξης των αγώνων όλων των λαών του κόσμου.

Στις δυτικές χώρες, το "λίκνο της ελευθερίας", η μοίρα των εργαζομένων, ανδρών και γυναικών, έχει επιδεινωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες: εργασία στη τύχη, ευελιξία, μαγικές φράσεις που υιοθετούνται από την Αριστερά, καθώς και τη Δεξιά, τα αποτελέσματα των οποίων είναι πλέον ορατά σε όλους που βλέπουν τις σκληρές συνέπειες της κρίσης που μεγάλωσε με τους ολοένα και χαμηλούς μισθούς και την καταστροφή των θέσεων εργασίας.

Παντού, ο καθένας μπορεί κανείς να δει τις δυσκολίες στην εξεύρεση εργασίας, την αύξηση της χρήσης της τακτικής του εκβιασμού σε βάρος οποιουδήποτε προσπαθεί να οργανώσει μια κάποια πολιτική και κοινωνική αντίσταση, την αυξανόμενη ανασφάλεια για το μέλλον των νέων και των μη. Και όμως παρ’ όλα αυτά, τα κέρδη αυξάνονται, οικονομικές μαφίες διεισδύουν σε όλους τους τομείς, και είναι όλο και πιο δύσκολο να πραγματοποιηθεί η ενότητα και η πολιτική δραστηριότητα με στόχο την επίτευξη της πραγματικής αλλαγής.

Η επιλογή των Κρατών και των ηγετών των G8 είναι καταστολή, καταπίεση και εκμετάλλευση. Η πρώτη επιλογή είναι η διάσωση των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτε και, εν τω μεταξύ, πρέπει να καταφύγουν στα χρέη προκειμένου να επιβιώσουν.

Αλλά ακόμη και στις δύσκολες στιγμές της κρίσης, η Πρωτομαγιά συνεχίζει να μάς υπενθυμίζει ότι ο μόνος τρόπος για να κερδίσουμε τα δικαιώματά μας είναι μέσα από τον αγώνα των εργαζομένων, αυτο-οργανωμένα και ομοσπονδιοποιημένα. Αλλά αυτό που θα κερδίσουμε δεν θα το κερδίσουμε για πάντα.

Τα κέρδη μας πρέπει να προστατευθούν, να διευρυνθούν περισσότερο μέσω κοινών αγώνων.

Οι κινητοποιήσεις σε όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών από τότε που ξέσπασε η κρίση μάς υπενθυμίζουν ότι ο μαζικός αγώνας, από τα κάτω, αυτοδιευθυνόμενος, αποτελεί το ζωογόνο αίμα των εργατών, στην ιστορική τους μνήμη, και έρχεται σε αντίθεση με τους ηγέτες του διεθνούς καπιταλισμού και τις κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης και την προάσπιση των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας.

Είναι καθήκον των αναρχικών κομμουνιστών και των επαναστατών να προστατεύσουν αυτή τη μνήμη και να εξασφαλίσουν το ότι θα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος των σημερινών αγώνων ως ενεργός δύναμη η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εργατικού κινήματος, ενός κινήματος που πρέπει να γίνει μια πραγματικά επαναστατική δύναμη ικανή να καταστρέψει τον καπιταλισμό και να ανοίξει μια νέα εποχή ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης.

Alternative Libertaire (Γαλλία), Federazione dei Comunisti Anarchici (Ιταλία), Workers Solidarity Movement (Iιρλανδία), Zabalaza Anarchist Communist Front (Νότια Αφρική)

* Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 1 Μάη 2009

Αναδημοσίευση:anarkismo.net

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Η φιλοσοφία του αθεϊσμού-Emma Goldman

Ο Θεός σήμερα, δεν αντιπροσωπεύει πλέον τις ίδιες δυνάμεις όπως στην αρχή της ύπαρξής του• ούτε κατευθύνει Αυτός το ανθρώπινο πεπρωμένο με το ίδιο σιδερένιο χέρι όπως άλλοτε. Μάλλον η ιδέα του Θεού εκφράζει ένα είδος πνευματικού ερεθίσματος για να ικανοποιήσει τις μανίες και τις φαντασίες κάθε απόχρωσης της ανθρώπινης αδυναμίας. Κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ανάπτυξης η ιδέα του Θεού αναγκάστηκε να προσαρμοστεί σε κάθε φάση των ανθρώπινων υποθέσεων, πράγμα απόλυτα σύμφωνο με την προέλευση της ίδιας της ιδέας.
Η ιδέα των Θεών προέρχεται από τον φόβο και την περιέργεια. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, ανίκανος να καταλάβει τα φαινόμενα της φύσης και παρενοχλημένος από αυτά, έβλεπε σε κάθε τρομακτική εκδήλωση κάποια απειλητική δύναμη κατευθυνόμενη ρητά ενάντια σε αυτόν• και δεδομένου ότι η άγνοια και ο φόβος είναι οι γονείς κάθε προκατάληψης, η ενοχλημένη φαντασία του πρωτόγονου ατόμου ύφανε την ιδέα των Θεών. Πολύ σωστά, ο γνωστός άθεος και ο αναρχικός, Μichael Bakunin, λέει στο μεγάλο του έργο Θεός και Κράτος:Όλες οι θρησκείες, με τους Θεούς, ημίθεους και προφήτες τους, τους μεσσίες και Αγίους τους, δημιουργήθηκαν από την εύπιστη φαντασία των ανθρώπων που δεν είχαν ακόμα φθάσει στην πλήρη ανάπτυξη των πνευματικών τους ικανοτήτων. Συνεπώς, ο θρησκευτικός ουρανός είναι απλούστατα αντικατοπτρισμός όπου ο άνθρωπος, εκστασιασμένος από την άγνοια και την πίστη, ανακαλύπτει την εικόνα του, αλλά διευρυμένη και ανεστραμμένη - δηλαδή θεοποιημένη. Η ιστορία των θρησκειών, της γέννησης, της ακμής, και της παρακμής των Θεών που δέσποσαν διαδοχικά στην ανθρώπινη πίστη, δεν είναι λοιπόν τίποτα άλλο, παρά η ανάπτυξη της συλλογικής νόησης και συνείδησης των ανθρώπων. Στο μέτρο που μέσα στην ιστορικά προοδευτική πορεία τους ανακάλυπταν, είτε στον εαυτό τους είτε στη φύση, μια δύναμη, ιδιότητα ή και σημαντικό ελάττωμα, τα απέδιδαν στους Θεούς τους, αφού προηγουμένως τους μεγαλοποιούσαν υπέρμετρα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν τα παιδιά, με μία πράξη της θρησκευτικής φαντασίας τους [...]. Με όλο τον οφειλούμενο σεβασμό, λοιπόν, στους μεταφυσικούς και τους θρησκευτικούς ιδεαλιστές, τους φιλόσοφους, τους πολιτικούς ή τους ποιητές: η ιδέα του Θεού υπονοεί την παραίτηση του ανθρώπινου λόγου και της δικαιοσύνης, είναι η αποφασιστικότερη άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας, και αναγκαστικά καταλήγει στην υποδούλωση της ανθρωπότητας, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη
Κατά συνέπεια η ιδέα των Θεών, που αναβιώνεται, προσαρμόζεται, και διευρύνεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με την ανάγκη του χρόνου, έχει επηρεάσει την ανθρωπότητα και θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι ο άνθρωπος να σηκώσει το κεφάλι του μία φωτεινή μέρα, άφοβος και με αφυπνισμένη θέληση. Αναλογικά, όσο το άτομο μαθαίνει να κατανοεί τον εαυτό του και διαμορφώνει το πεπρωμένο του, ο θεϊσμός γίνεται περιττός. Το πόσο το άτομο θα είναι σε θέση να βρει τη σχέση του με τους συνανθρώπους του, θα εξαρτηθεί εξ ολοκλήρου από το κατά πόσο μπορεί να ξεπεράσει την εξάρτησή του από το Θεό.
Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι ο θεϊσμός, που είναι η θεωρία της κερδοσκοπίας, αντικαθίσταται από τον αθεϊσμό, την επιστήμη που αναλύει και αποδεικνύει. Ο ένας στηρίζεται στα μεταφυσικά σύννεφα του Αγνώστου, ενώ ο άλλος έχει τις ρίζες του σταθερά στο χώμα. Είναι η γη, όχι ο ουρανός, αυτό που πρέπει να διασώσει ο άνθρωπος εάν θέλει πραγματικά να σωθεί.
Η πτώση του θεϊσμού είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέαμα, ειδικά όπως φανερώνεται στην ανησυχία των θεϊστών, οποιαδήποτε και αν είναι η συγκεκριμένη θρησκεία τους. Συνειδητοποιούν, με πολύ άγχος, ότι οι μάζες γίνονται καθημερινά πιο αθεϊστικές, πιο αντιθρησκευτικές• ότι είναι αρκετά πρόθυμοι να αφήσουν το μεγάλο υπερπέραν και τη θεϊκή περιοχή του στους αγγέλους και τα σπουργίτια• επειδή όλο και περισσότερο οι μάζες απορροφούνται στα προβλήματα της άμεσης ύπαρξής τους.
Πώς να φέρει τις μάζες πίσω στην ιδέα Θεών, το πνεύμα, την πρώτη αιτία, κ.λ.π. - αυτή είναι η πιο πιεστική ερώτηση σε όλους τους θεϊστές. Όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνονται να είναι μεταφυσικά, έχουν ωστόσο ένα πολύ χαρακτηριστικό φυσικό υπόβαθρο. Όσο αναφορά την θρησκεία, την Απόλυτη αλήθεια δηλαδή, οι ανταμοιβές και οι τιμωρίες της είναι το σήμα κατατεθέν της μεγαλύτερης, της πιο διεφθαρμένης και ολέθριας, της ισχυρότερης και πιο προσοδοφόρας βιομηχανίας στον κόσμο, μη εξαιρουμένης της βιομηχανίας όπλων και πυρομαχικών. Είναι η βιομηχανία του αποπροσανατολισμού του ανθρώπινου μυαλού και της καταπίεσης της ανθρώπινης καρδιάς. Η αναγκαιότητα δεν γνωρίζει κανέναν νόμο• ως εκ τούτου, η πλειοψηφία των θεϊστών αναγκάζεται να επανεξετάσει κάθε ζήτημα, ακόμα κι αν δεν έχει καμία σχέση με θεότητες ή με την Αποκάλυψη ή το Υπερπέραν. Ίσως αισθάνονται το γεγονός ότι η ανθρωπότητα κουράζεται από τα εκατοντάδες παραρτήματα (στμ. θρησκειών) του Θεού. Πώς να βελτιωθεί αυτό το νεκρό επίπεδο θεϊστικής πεποίθησης, είναι πραγματικά ένα θέμα ζωής και θανάτου για όλα τα δόγματα. Γι΄ αυτό και η ανοχή τους• αλλά είναι μια ανοχή όχι κατανόησης, αλλά αδυναμίας. Ίσως αυτό να εξηγεί και τις προσπάθειες που ενθαρρύνονται σε όλες τις θρησκευτικές δημοσιεύσεις για να συνδυάσουν τις διαφοροποιημένες θρησκευτικές φιλοσοφίες και τις συγκρουόμενες θεϊστικές θεωρίες σε ένα δόγμα. Όλο και περισσότερο, οι διάφορες έννοιες του μόνου αληθινού Θεού, τού μοναδικού καθαρού πνεύματος, - η μόνη αληθινή θρησκεία σχολιάζονται με τρόπο ανεκτικό σε μια μανιώδη προσπάθεια να καθιερωθεί ένα κοινό έδαφος για να διασώσει τη σύγχρονη μάζα από τη ολέθρια επιρροή των αθεϊστικών ιδεών. Είναι χαρακτηριστικό της θεϊστικής ανοχήςότι κανένας δεν νοιάζεται πραγματικά για το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αν πιστεύουν, ή προσποιούνται ότι πιστεύουν. Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό, χρησιμοποιούνται οι πιο ωμές και επιθετικές μέθοδοι. Θρησκευτικές συνεδριάσεις και προσπάθειες αναγέννησης με τον Billy Sunday ως τον προασπιστή τους - μέθοδοι που πρέπει να προσβάλουν κάθε εξευγενισμένη αίσθηση, και που η επίδρασή τους επάνω στην άγνοια και την περιέργεια συχνά τείνει να δημιουργήσει μια ήπια κατάσταση παραφροσύνης που συνδέεται, όχι σπάνια, με την ερωτομανία. Όλες αυτές οι μανιώδεις προσπάθειες βρίσκουν την έγκριση και την υποστήριξη από τις μεγάλες δυνάμεις της γης. Από το ρώσο δεσπότη, τον αμερικανό Πρόεδρο• από τον Rockefeller (στμ. πλούσιος αμερικάνος επιχειρηματίας) και τον Wanamaker, μέχρι τον πιο ασήμαντο επιχειρηματία. Δείχνουν ότι το κεφάλαιο που επενδύεται στον Billy Sunday, το Y.M.C.A. (στμ. Young Mens Christian Association, χριστιανική αδελφότητα που ξεκίνησε το 1844 και πλέον αριθμεί παραρτήματα σε 119 χώρες στον κόσμο), στην Christian Science, και τα διάφορα άλλα θρησκευτικά όργανα θα επιστρέψει τεράστια κέρδη από τη κατακτημένη, εξημερωμένη, και κουτή μάζα. Συνειδητά ή ασυναίσθητα, οι περισσότεροι θεϊστές βλέπουν στους Θεούς και τους διαβόλους, τον παράδεισο και την κόλαση, την ανταμοιβή και την τιμωρία, ένα μαστίγιο για να οδηγεί τους ανθρώπους στην υπακοή, την προβατοποίηση και την ικανοποίηση. Η αλήθεια είναι ότι ο θεϊσμός θα είχε χάσει την επιθετικότητα του πολύ πριν από αυτό χωρίς τη συνδυασμένη υποστήριξη του διάβολου και της εξουσίας. Πόσο ολοκληρωτικά χρεοκοπημένος είναι πραγματικά, καταδεικνύεται στις τάφρους και τα πεδία μαχών της Ευρώπης σήμερα. Δεν περιγράφουν όλοι οι θεϊστές τη θεότητά τους ως το Θεό της αγάπης και της καλοσύνης; Ωστόσο μετά από χιλιάδες έτη τέτοιων κυρηγμάτων οι Θεοί παραμένουν κουφοί στην αγωνία της ανθρώπινης φυλής. Ο Κομφούκιος δεν ενδιαφέρεται για την φτώχεια, τις άσχημες συνθήκες και τη δυστυχία των πληθυσμών της Κίνας. Ο Βούδας παραμένει ανενόχλητος στη φιλοσοφική αδιαφορία του μπροστά στην πείνα και τους λιμούς στην Ινδία• ο Θεός παραμένει κουφός στην πικρή κραυγή του Ισραήλ, ενώ ο Ιησούς αρνείται να αναστηθεί από τους νεκρούς ενάντια στους Χριστιανούς του που σφάζουν ο ένας τον άλλον.
Το βάρος όλων των τραγουδιών και των ύμνων προς τον ύψιστο είναι ότι ο Θεός αντιπροσωπεύει τη δικαιοσύνη και το έλεος. Ωστόσο, η αδικία μεταξύ των ατόμων μονίμως αυξάνεται• οι προσβολές που διαπράττονται ενάντια στις μάζες σε αυτήν την χώρα μόνο, φαίνονται αρκετές για να πνίξουν τον ίδιο τον παράδεισο. Αλλά πού είναι οι Θεοί για να δώσουν ένα τέλος σε όλες αυτές τις φρίκες, αυτά τα λάθη, αυτή την απανθρωπιά ενάντια στο άτομο; Όχι, όχι οι Θεοί, αλλά το ΑΤΟΜΟ πρέπει να εγερθεί μέσα από τη δυνατή οργή του. Εξαπατημένος από όλες τις θεότητες, προδομένος από τους απεσταλμένους τους, αυτός, ο ίδιος, πρέπει να αναλάβει να φέρει τη δικαιοσύνη επάνω στη γη.
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού εκφράζει την επέκταση και την αύξηση του ανθρώπινου μυαλού. Η φιλοσοφία του θεϊσμού, εάν μπορούμε να την αποκαλέσουμε φιλοσοφία, είναι στατική και πάγια. Ακόμη και η απλή προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα μυστήρια αντιπροσωπεύει, από τη θεϊκιστική άποψη, μη-πίστη στην απ όλους αποδεκτή παντοδυναμία, και ακόμη και μια άρνηση της σοφίας των θείων δυνάμεων εκτός του ατόμου. Ευτυχώς, εντούτοις, το ανθρώπινο μυαλό δεν ήταν ποτέ, και δεν μπορεί ποτέ να είναι, καθοδηγούμενο, με το ζόρι, στη στασιμότητα . Ως εκ τούτου προχωρά σταθερά τον ανήσυχο δρόμο του προς τη γνώση και τη ζωή. Το ανθρώπινο μυαλό συνειδητοποιεί ότι το σύμπαν δεν είναι το αποτέλεσμα μιας δημιουργικής διαταγής από κάποια θεία νοημοσύνη, που, από το πουθενά, παράγει ένα αριστούργημα χαοτικό και σε τέλεια λειτουργία, αλλά ότι είναι το προϊόν χαοτικών δυνάμεων που λειτουργούν αέναα στο χρόνο, των συγκρούσεων και των κατακλυσμών, της απώθησης και της έλξης, αποκρυσταλλώνοντας μέσω της αρχής της επιλογής σε αυτό που οι θεϊστές καλούν, ο κόσμος καθοδηγείται από τη τάξη και την ομορφιά.Όπως ο Joseph McCabe (στμ. Jοseph McCabe [1867-1955] γνωστός άγγλος αθεϊστής) σωστά επισημαίνει στην Ύπαρξη του Θεού,ένας νόμος της φύσης δεν είναι ένας τύπος που συντάσσεται από έναν νομοθέτη, αλλά μια μόνη περίληψη των παρατηρηθέντων γεγονότων ένα πακέτο γεγονότων. Τα πράγματα δεν ενεργούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο επειδή υπάρχει ένας νόμος, αλλά δηλώνουμε το νόμο επειδή ενεργούν με εκείνο τον τρόπο
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού αντιπροσωπεύει μια έννοια της ζωής χωρίς καθόλου μεταφυσικό Υπερπέραν ή κάποιο Θείο ρυθμιστή. Είναι η έννοια ενός πραγματικού κόσμου με τις ελευθεριακές, εξελίξιμες και όμορφες δυνατότητές του, σε σύγκριση με έναν πλασματικό κόσμο, ο οποίος με τα πνεύματά του, τους χρησμούς, και την κίβδηλη ικανοποίηση έχει κρατήσει την ανθρωπότητα σε μία αβοήθητη υποβάθμιση.
Μπορεί να φανεί παράδοξο, όμως είναι θλιβερά αληθινό, ότι αυτός ο πραγματικός, ορατός κόσμος και η ζωή μας έπρεπε να είναι τόσο πολύ κάτω από την επιρροή των μεταφυσικών υποθέσεων, αντί για τις φυσικές αποδείξιμες δυνάμεις. Κάτω από το μαστίγιο της θεϊστικής ιδέας, αυτή η γη δεν έχει χρησιμεύσει σε κανέναν άλλο σκοπό απ ότι ως προσωρινός σταθμός για να εξετάσει την ανθρώπινη ικανότητα για τη θυσία στη θέληση του Θεού. Αλλά τη στιγμή που ο άνθρωπος προσπάθησε να εξακριβώσει τη φύση αυτής της θέλησης, του είπαν ότι ήταν εντελώς ανώφελο για τη πεπερασμένη ανθρώπινη νοημοσύνη να πάει πέρα από τη παντοδύναμη άπειρη θέληση. Κάτω από το τεράστιο βάρος αυτής της παντοδυναμίας, το άτομο έχει υποκύψει στη σκόνη ένα άβουλο πλάσμα διαλυμένο, και που ιδρώνει στο σκοτάδι. Ο θρίαμβος της φιλοσοφίας του αθεϊσμού είναι να ελευθερώσει το άτομο από τον εφιάλτη των Θεών• σημαίνει τη διάλυση των φαντασμάτων του αγνώστου. Ξανά και ξανά το φως του λόγου έχει διαλύσει το θεϊστικό εφιάλτη, αλλά η ένδεια, η δυστυχία και ο φόβος έχουν αναδημιουργήσει τα φαντάσματα - είτε παλιά είτε νέα, παρά την εξωτερική μορφή τους, αυτά διαφέρουν λίγο στην ουσία τους. Ο αθεϊσμός, αφ ετέρου, στην φιλοσοφική του πτυχή αρνείται την υποταγή, όχι μόνο σε μια καθορισμένη έννοια του Θεού, αλλά αρνείται όλη τη δουλεία στην ιδέα των Θεών, και αντιτάσσεται στη θεϊστική αρχή υπό αυτήν τη μορφή. Οι Θεοί στη μεμονωμένη λειτουργία τους δεν είναι στα μισά τόσο ολέθριοι όσο η αρχή του θεϊσμού που αντιπροσωπεύει την πίστη σε μία μεταφυσική, ή ακόμα και παντοδύναμη, δύναμη που κυβερνά τη γη και το άτομο. Είναι ο ολοκληρωτισμός του θεϊσμού, της ολέθριας επιρροής του επάνω στην ανθρωπότητα, της παραλυτικής επίδρασής του επάνω στη σκέψη και τη δράση, την οποία ο αθεϊσμός παλεύει με όλη τη δύναμή του.
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού έχει τη ρίζα της στη γη, σε αυτήν την ζωή ο στόχος του είναι η χειραφέτηση της ανθρώπινης φυλής από όλα τα Θεϊκά κεφάλια, είτε είναι αυτά ιουδαϊκά, χριστιανικά, μωαμεθανικά, βουδιστικά, βραχμινιστικά, ή ότι άλλο. Η ανθρωπότητα έχει τιμωρηθεί από καιρό και μάλιστα βαριά για τη δημιουργία των Θεών τίποτα άλλο παρά ο πόνος και οι διωγμοί αυξήθηκαν από την δημιουργία τους. Υπάρχει μόνο μια διέξοδος από αυτή τη γκάφα: Το άτομο πρέπει να σπάσει τα δεσμά που τον κρατούν στις πύλες του ουρανού και της κόλασης, έτσι ώστε να μπορέσει να αρχίσει να διαμορφώνει μέσα από την αναζωπυρωμένη και αφυπνισμένη του συνείδηση ένα νέο κόσμο επάνω στη γη.
Μόνο μετά τον θρίαμβο της αθεϊστικής φιλοσοφίας στα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων, θα γίνουν κατανοητές η ελευθερία και η ομορφιά της ζωής. Η ομορφιά ως δώρο από τον ουρανό έχει αποδειχθεί άχρηστη. Εντούτοις, θα γίνει η ουσία και η ώθηση της ζωής όταν μάθει το άτομο να βλέπει στη γη το μόνο ουρανό κατάλληλο για το άτομο. Ο αθεϊσμός βοηθά ήδη να ελευθερωθεί το άτομο από την εξάρτησή του στην τιμωρία και την ανταμοιβή ως θεϊκή ευκαιρία - αντίθετη για τους φτωχούς στο πνεύμα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η ειδική οργάνωση-Jaime Cubero

Η ειδική οργάνωση του αναρχικού κινήματος αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς υπονοείται (η οργάνωση αυτή) όσον αφορά τον προσδιορισμό της, με τις ιδιαιτερότητες που καθορίζουν τις βασικές αρχές, από την πρακτική των οποίων εξαρτάται και η ύπαρξή της.
Το επαναστατικό πρόγραμμα, εκθειάζοντας τον ελευθεριακό σοσιαλισμό, απαιτεί μια οργάνωση με την οποία να καθορίζονται οι στρατηγικές και, παρομοίως, οι εναλλακτικές λύσεις για όλες τις περιπτώσεις, την ίδια στιγμή που η πρακτική της να αποτελεί μια προσδοκώμενη εφαρμογή του προγράμματός της. Επομένως, οι έννοιες ελευθερία, ευθύνη, ηθική, ομοσπονδιακό σύστημα (φεντεραλισμός), αλληλεγγύη, αυτοδιεύθυνση κ.λπ., όχι μόνο πρέπει να αποτελούν έννοιες μιας κάποιας θεωρητικής πορείας, αλλά όλα αυτά που καθορίζουν την πρακτική και τη συμπεριφορά των αναρχικών στην οργάνωση αυτή. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι τα άτομα δεν είναι παρά η κυψελοειδής μονάδα της οργάνωσης, οι ομάδες και οι κολεκτίβες (collectives) αποτελούν το βασικό της πυρήνα.
Οι ομάδες συγγένειας αποτελούνται από τους αγωνιστές η σχέση μεταξύ των οποίων, που βασίζεται στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους, είναι περισσότερο έντονη στο βαθμό που τρέφεται από τις επαναστατικές ιδέες και πρακτικές. Κάθε ομάδα έχει έναν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων που εγγυάται ένα μεγαλύτερο βαθμό οικειότητας μεταξύ των μελών της. (Η ομάδα) είναι αυτόνομη, στο βαθμό που τα μέλη της μπορούν να οργανωθούν εκ νέου ατομικά και κοινωνικά. Λειτουργούν ως καταλύτες στο κίνημα, παρέχοντάς του πρωτοβουλία και ευσυνειδησία. Η ένωση ή ο χωρισμός κάθε ομάδας καθορίζεται από την περίσταση και τα ενδιαφέροντα και όχι με βάση οποιαδήποτε συγκεντρωτική απόφαση. Οι προσχωρήσεις ή οι αποχωρήσεις γίνονται αυθόρμητα και ελεύθερα, χωρίς πίεση οποιασδήποτε φύσης.
Κατά τη διάρκεια περιόδων πολιτικής καταστολής οι ομάδες συγγένειας είναι αρκετά ανθεκτικές. Λόγω του υψηλού βαθμού συνοχής που υπάρχει μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτές είναι δύσκολο να διεισδύσει κάποιος στην ομάδα και σχεδόν κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, οι ομάδες συγγένειας κατορθώνουν να διατηρήσουν την επαφή τους. Τίποτα δεν εμποδίζει τις ομάδες από να εργαστούν σε οποιοδήποτε επίπεδο κρίνουν αυτές απαραίτητο. Μπορούν να ενωθούν με τοπικές, περιφερειακές ή/και εθνικές ομαδοποιήσεις, σε μια μόνιμη ή τυχαία μορφή, για την υλοποίηση κοινών σχεδίων. Κάθε ομάδα φροντίζει να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για τη λειτουργία της με τη μέγιστη αυτονομία.
Η ένωση με βάση τα ενδιαφέροντα και οι κοινοί στόχοι, χωρίς τη διάρρηξη της αυτονομίας, είναι το βασικό χαρακτηριστικό του ομοσπονδιακού (φεντεραλιστικού) συστήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεν τοπικές ενώσεις οργανώνονται σε περιφερειακή βάση, οι δε περιοχές σε εθνική βάση, μέχρι τη διεθνή συνομοσπονδία. Κάθε τι που συζητείται όσον αφορά την δραστηριότητα σε κάθε περίπτωση αποφασίζεται αποκλειστικά από το άτομο μέχρι την ομοσπονδία, σε ένα κατάλληλο φόρουμ μιας αυτόνομης και ελεύθερης μορφής. Μόνο όταν μια δραστηριότητα περικλείει κοινούς στόχους, είτε από μια ομάδα σε μια άλλη ομάδα είτε από μια χώρα σε μια άλλη χώρα, τότε γίνεται χρήση της συμφωνίας και του συμβιβασμού και εδώ επιτυγχάνεται μια συμφωνούν σε κάτι με βάση την ελευθερία και την ευθύνη.
Τι είναι ελευθερία; Αντικείμενο σημαντικών διαμαχών καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Είναι ελεύθερη θέληση ή αιτιοκρατία (determinism); Θέτουμε σε εφαρμογή τις ενέργειές μας μέσω επιλογής ή όχι; Κατευθυνόμαστε μήπως μόνο από τις εσωτερικές μας ορμές τις οποίες δεν ελέγχουμε; Ο άνθρωπος συμβαίνει να είναι ένα λογικό ζώο: μια αλήθεια που δέχεται ο καθένας. Το να είσαι λογικός σημαίνει να είσαι ικανός να επιλέγεις, ικανός να προτιμάς, να ζυγίζεις, να συγκρίνεις αυτή ή εκείνη τη λύση, να καταλάβεις τις πιθανότητες των δυνατοτήτων. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να προβλέπει τις συνέπειες των ενεργειών του. Είναι ικανός να φαντάζεται ότι εάν προχωρήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, θα είναι σε θέση να πετύχει αυτό ή το άλλο. Μια τέτοια δράση θα έχει και μια ανάλογη συνέπεια. Και επειδή είναι σε θέση να κρίνει, είναι και ικανός να συγκρίνει, ικανός να μετρήσει, ικανός να επιλέξει. Εάν ο άνθρωπος ήταν μόνο ένα αυτόματο, δεν θα είχε καμιά συνείδηση του μέλλοντός του. Έχοντας συνείδηση του μέλλοντος, καταδεικνύει την ανεξαρτησία και την ικανότητα να επιλέγει την επιτυχία που πρόκειται να επέλθει. Είναι εξαιτίας αυτού που ο άνθρωπος είναι ανεξάρτητη ύπαρξη και γνωρίζει την ελευθερία. Όταν έχουμε μια παρόρμηση για μια οριστική πράξη και εξετάζουμε τις συνέπειές της, όταν σκεπτόμαστε γι’ αυτό, μάς αποκαλύπτεται μια σειρά δυνατοτήτων τις οποίες πρέπει να αναλύσουμε λογικά. Συγκρατούμε την παρόρμηση, κατανικούμε την επιθυμία και αποφασίζουμε να μην κάνουμε ό,τι είχαμε επιθυμήσει. Το να αρνούμαστε αυτό το πρακτικό γεγονός με το οποίο ελέγχουμε στη ζωή μας είναι σαν να αρνούμαστε πρακτικά ολόκληρη τη δύναμη της εκπαίδευσης. Τα μεγαλύτερα εμπόδια εναντίον των οποίων πρέπει να παλέψουμε ευλόγως οι διακηρύξεις και η πεποίθηση του ότι είμαστε ικανοί μόνο να επιλύσουμε τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα με κόστος την ελευθερία μας. Αλλά η ελευθερία είναι κάτι πολύ περισσότερο. Και είναι μέσω της κατάκτησης της κατάλληλης ελευθερίας που μπορούμε να εγγυηθούμε τη λύση αυτών των προβλημάτων για την οποία ψάχνουμε. Η κατεύθυνση της ελευθερίας είναι αυτός της πρακτικής ελευθερίας. Είναι με την πρακτική της ελευθερίας που διαμορφωνόμαστε ως ελεύθερα όντα.
Η ευθύνη είναι η υποχρέωση του να απαντήσουμε σε κάποιους για διάφορες ενέργειες ή για ό,τι μας εμπιστεύτηκαν αυτοί. Κανένας δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος χωρίς να είναι ελεύθερος. Η ευθύνη έχει δύο πτυχές: την ατομική και τη συλλογική. Η ατομική ευθύνη αναγκάζει έναν άνθρωπο να απαντήσει μόνο για τις ενέργειές του ή για κάτι που του εμπιστεύθηκαν. Η συλλογική ευθύνη αναγκάζει κάποιον να απαντήσει όχι μόνο για τις δικές του ενέργειες, αλλά και για τις ενέργειες άλλων ανθρώπων, όταν μιλάμε για συγκεκριμένες, αποδεκτές ενέργειες, που καθορίζονται ελεύθερα από μια ομάδα ατόμων που συνδέονται για να φέρουν σε πέρας έναν κοινό στόχο. Ο καθένας και όλοι στην περίπτωση αυτή, είναι ατομικά και συλλογικά υπεύθυνοι και η ελευθερία τους καθορίζεται από το διπλό αυτό χαρακτήρα της ευθύνης. Η μεμονωμένη ευθύνη, η υποχρέωση να δοθεί απάντηση για τις ενέργειές κάποιου ή για τα πράγματα που εμπιστεύτηκαν κάποιοι σε κάποιον δεν μπορεί να αποφευχθεί από κανένα άτομο του οποίου οι διανοητικές ικανότητες είναι κανονικές.
Υπάρχουν τρεις τύποι αναρχικών: α) οι ατομικιστές, αντίπαλοι κάθε μορφής οργάνωσης, β) οι ατομικιστές υποστηρικτές της ελεύθερης και στιγμιαίας ένωσης, αλλά γενικά εναντίον της οργάνωσης και γ) οι υποστηρικτές της μεθοδολογικής και μόνιμης οργάνωσης. Εμείς, ως υποστηρικτές της τελευταίας θέσης, δεν θα μιλήσουμε για τις πρώτες δύο. Η αντίληψη της ατομικής ευθύνης, μέσα στην οργάνωση είναι μέρος της συνύπαρξης του ατόμου και της κοινωνίας ως βασική ανάγκη, η πραγματικότητα της οποίας προηγείται της ύπαρξής της. Είναι μέρος της αρχής της αλληλεγγύης που στοχεύει σε μια αναρχική κοινωνία και που επεκτείνεται σε όλες τις κατηγορίες των ανθρώπινων όντων που μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις και αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό. Οι δεσμευμένοι με βάση μια συμφωνία ενδιαφερόντων είναι υπεύθυνοι για όλες εκείνες τις ενέργειες της ζωής τους που έχουν κοινωνικό χαρακτήρα, τις συνέπειές τους, καλές ή κακές, ικανές να επηρεάσουν τις συνθήκες ύπαρξης, ασφάλειας και ευημερίας των συνανθρώπων τους. Οι ενέργειες που βλάπτουν τους φίλους πρέπει να αποτρέπονται. Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα και πολλαπλασιάζονται όταν εντείνεται ο αγώνας, όπως σε περίπτωση απεργιών, όταν η ίδια η συλλογική ευθύνη μετατρέπεται σε ατομική ευθύνη και είναι θεμελιώδης.
Η συλλογική ευθύνη είναι προσιδιάζουσα στην αναρχική οργάνωση. Επιβάλλεται με την εφαρμογή των ομοσπονδιακών αρχών. Είναι άνοδος και πτώση. Αναγκάζει τα μεμονωμένα μέλη να είναι υπόλογα για τις ενέργειές τους ενώπιον της ομάδας, και αυτό ενώ η ομάδα είναι ολόκληρη υπόλογη στο κάθε μέλος. Δεν υπάρχει καμία αντίθεση μεταξύ της συλλογικής και ατομικής υπευθυνότητας. Από κοινωνικής άποψης και οι δύο ολοκληρώνονται και επεκτείνονται. Όταν μια ομάδα ή μια κολεκτίβα (σ.τ.μ.: group and collective στο αγγλικό κείμενο) παίρνει μια απόφαση που εκπηγάζει από την πρακτική εφαρμογή των αρχών της, εγκρίνοντας την ανάπτυξη μιας δραστηριότητας, κανένα από τα μέλη της δεν μπορεί να διαχωριστεί, να προτρέξει ή να δράσει με έναν τρόπο που μπορεί να βλάψει την επίτευξη του στόχου της αυτού. Ο καθένας είναι συνυπεύθυνος. Η υπευθυνότητα είναι συλλογική και κοινωνική. Η απόφαση ήταν συλλογική, η ευθύνη είναι συλλογική. Η απόφαση λήφθηκε με μια αποτελεσματική και, ταυτόχρονα, ελεύθερη μορφή για όλους. Η ελευθερία δεν σημαίνει και απουσία περιορισμών. Είναι επιλογή, είναι ελεύθερη αποδοχή των κοινωνικών υποχρεώσεων. Στην οργάνωση, ο συμβιβασμός και η ευθύνη προσδιορίζονται. Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης μπορεί να επιδείξει ανευθυνότητα, ανωριμότητα, αδυναμία και άλλες πτυχές οι οποίες έχουν σχέση με την ηθική.
Όλες οι ενέργειές μας εκτίθενται στην κρίση των αξιών και των ηθικών συνεκδοχών. Καθετί που έχει παρατεθεί μέχρι τώρα έχει ηθικές εφαρμογές. Υπάρχουν σημαντικά άπειρες μελέτες για την ηθική, από την υπέρτατη σκοπιά (θρησκεία) μέχρι την υπερ-ηθική, ανήθικη, που έχει σκοπό να δικαιολογήσει τις ολοκληρωτικές θέσεις των ρατσιστών, του Κράτους, κ.λπ. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η έμφυτη ηθική, με την οποία τεκμηριώνονται οι ελευθεριακές θεωρίες, που μελετήθηκαν και υποστηρίχθηκαν από τον Proudhon και αναπτύχθηκαν από τον Kropotkin, με στερεές βάσεις, η ηθική αυτή που δέχεται μια φυσική τάξη μεταξύ των ανθρώπινων όντων, αυτή που δημιουργήθηκε με τις εντάσεις που σχηματίζονται και στοχεύουν στην προστασία της, επειδή στην πραγματικότητα όλες οι ηθικές δημιουργούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο και για τα ενδιαφέροντα για τα οποία δημιουργήθηκαν. Γι’ αυτό, εάν η κοινωνία πρόκειται να οργανωθεί κάτω από απλές και φυσικές βάσεις, θα διαμορφώσει την ηθική της κατά φυσικό τρόπο, όχι μόνο ως ανάγκη, αλλά επειδή οι άνθρωποι γνωρίζουν του να επιλέξουν. Επομένως, οι άνθρωποι, όταν ενώνονται για έναν κοινό σκοπό, σύντομα θα μάθουν να αντλούν από τη δική τους οργάνωση τους σωστούς (ρυθμισμένους) κανόνες και εκείνες τις αρχές που θα τους επιτρέψουν να επιτύχουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον σκοπό που οραματίζονται. Καθώς κάποιος έχει επαληθεύσει διαμέσου της ιστορίας την αδιάκοπη διαπάλη μεταξύ της ελευθερίας και του απολυταρχισμού και σε όλα τα κινήματα που επιζητούν την κοινωνική υπέρβαση. Υπό αυτήν τη μορφή, η αναρχική οργάνωση αναπτύσσει την ηθική της, συγκροτείται με το καθήκον να είναι η κατάλληλη, καθώς όλη η ηθική δράση είναι ικανή να ματαιωθεί. Η ανήθικη δράση για τον αναρχικό είναι κάτι που προσβάλλει το μέτρο της οργάνωσης. Και το σθένος, η ανάπτυξη, οι μεγάλες δυνατότητες του αναρχικού προτάγματος εξαρτούνται πλήρως από τη συνοχή της ηθικής του.
* O Jaime Cubero είναι αναρχικός, μέλος του Centro de Cultura Social (Κέντρο Κοινωνικής Κουλτούρας) του Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στα πορτογαλικά στο www.anarkismo.net και μεταφράστηκε στα αγγλικά και δημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό φυλλάδιο από την νοτιοαφρικανική Zabalaza, κυκλοφορώντας και στην ιστοσελίδα της www.zabalaza.net Ελληνική μετάφραση «ούτε θεός-ούτε αφέντης» αρχές Απρίλη 2008.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Απάντηση στον Νέστωρα Μάχνο-Errico Malatesta

Αγαπητέ σύντροφε
Είδα τελικά το γράμμα που μου έστειλες πριν από τουλάχιστον ένα χρόνο, σχετικά με τη κριτική μου στο Σχέδιο για την οργάνωση μιας Γενικής Ένωσης των αναρχικών, το οποίο εκδόθηκε από μια ομάδα Ρώσων αναρχικών του εξωτερικού, γνωστού στο κίνημά μας με το όνομα «Πλατφόρμα».
Γνωρίζοντας την κατάστασή μου όπως εσύ, θα έχεις αναμφίβολα καταλάβει γιατί δεν απάντησα.
Δεν μπορώ να πάρω μέρος όπως θα ήθελα στη συζήτηση των ζητημάτων που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, επειδή η λογοκρισία με εμποδίζει από το να λαμβάνω είτε τις εκδόσεις που είναι αξιοσημείωτα ανατρεπτικές είτε τα γράμματα τα οποία ασχολούνται με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και μόνο μετά από μεγάλα διαστήματα και από τυχαία συμβάντα ακούω την μακρινή ηχώ αυτών που οι σύντροφοι λένε και κάνουν. Έτσι, ήξερα ότι η «Πλατφόρμα» και η κριτική μου σε αυτήν έχουν συζητηθεί ευρύτατα, αλλά γνώριζα ελάχιστα ή τίποτα από αυτά που είχαν ειπωθεί• και το γράμμα σου είναι το πρώτο γραπτό κείμενο για το θέμα που έχω καταφέρει να δω.
Αν μπορούσαμε να αλληλογραφούμε ελεύθερα, θα σου ζητούσα, πριν μπούμε στη συζήτηση, να διευκρινήσεις τις απόψεις σου οι οποίες, ίσως λόγω ατελούς μετάφρασης των Ρωσικών στα Γαλλικά, μου φαίνονται να είναι κάπως δυσνόητα. Αλλά καθώς τα πράγματα έχουν όπως έχουν, θα απαντήσω σε ό,τι έχω καταλάβει, και ελπίζω ότι θα έχω αργότερα τη δυνατότητα να δω την απάντησή σου.
Εκπλήσσεσαι που δεν αποδέχομαι την αρχή της συλλογικής ευθύνης, η οποία πιστεύεις ότι είναι μια θεμελιώδης αρχή η οποία οδηγεί, και πρέπει να οδηγεί, τους επαναστάτες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.
Από την πλευρά μου, αναρωτιέμαι τι μπορεί να σημαίνει η έννοια αυτή της συλλογικής ευθύνης από τα χείλη ενός αναρχικού.
Ξέρω ότι οι στρατιωτικοί έχουν τη συνήθεια να αποδεκατίζουν ομάδες επαναστατών στρατιωτών ή στρατιωτών που έχουν συμπεριφερθεί άσχημα απέναντι στον εχθρό πυροβολώντας τον χωρίς διακρίσεις. Ξέρω ότι οι αρχηγοί του στρατού δεν έχουν ηθικούς δισταγμούς για να καταστρέψουν χωριά ή πόλεις και να σφάξουν ολόκληρους πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, επειδή κάποιος προσπάθησε να κάνει αντίσταση στους εισβολείς. Γνωρίζω ότι μέσα στους αιώνες οι κυβερνήσεις έχουν με διάφορους τρόπους απειλήσει και εφαρμόσει το σύστημα της συλλογικής ευθύνης για να σταματήσουν εξεγέρσεις, να απαιτήσουν φόρους κλπ. Και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα ήταν ένα αποτελεσματικό μέσο εκφοβισμού και καταπίεσης.
Αλλά πώς μπορούν άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονται για ελευθερία και δικαιοσύνη να μιλούν για συλλογική ευθύνη όταν μπορούν μόνο να ενδιαφερθούν με ηθική ευθύνη, είτε ακολουθεί φυσική τιμωρία είτε όχι;!!!
Αν, για παράδειγμα, σε μια σύγκρουση με μια ένοπλη εχθρική δύναμη ο διπλανός μου δράσει ως δειλός, ίσως κάνει κακό σε μένα και σε όλους, αλλά η ντροπή μπορεί να είναι μόνο δική του γιατί έχασε το κουράγιο να διατηρήσει τον ρόλο που ανέλαβε. Αν σε μια συνομωσία ένας συνωμότης γίνει προδότης και στείλει τους συντρόφους του στη φυλακή, είναι οι προδομένοι υπεύθυνοι για τον προδότη;
Η «Πλατφόρμα» λέει: «Ολόκληρη η ένωση είναι υπεύθυνη για την επαναστατική και πολιτική δραστηριότητα του κάθε μέλους και κάθε μέλος θα είναι υπεύθυνο για την επαναστατική και πολιτική δραστηριότητα της Ένωσης».
Μπορεί αυτό να συμβιβαστεί με τις αρχές της αυτονομίας και της ελεύθερης πρωτοβουλίας τις οποίες πρεσβεύουν οι αναρχικοί; Λοιπόν απαντάω: «Αν η Ένωση είναι υπεύθυνη για ό,τι κάνει το κάθε μέλος της, πώς μπορεί να επιτρέψει σε κάθε ξεχωριστό μέλος της και στις διάφορες ομάδες την ελευθερία να εφαρμόσουν το κοινό πρόγραμμα με τον τρόπο που αυτές θεωρούν καλύτερο; Πώς μπορεί κάποιος να είναι υπεύθυνος για μια δράση αν δεν έχει τα μέσα να την εμποδίσει; Επομένως, η Ένωση και στο όνομά της η Εκτελεστική Επιτροπή, θα πρέπει να ελέγχει τη δράση του κάθε μέλους και να το διατάζει τι να κάνει και τι όχι• και καθώς η αποδοκιμασία μετά το γεγονός δεν μπορεί να διορθώσει μια προηγούμενα αποδεκτή ευθύνη, κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα πριν να έχει εξασφαλίσει το πράσινο φως, την έγκριση της επιτροπής. Και από την άλλη πλευρά, μπορεί ένα άτομο να αποδεχτεί ευθύνη για τις δράσεις μιας συλλογικότητας πριν γνωρίσει τι πρόκειται να γίνει και αν δεν μπορεί να την σταματήσει κάνοντας κάτι το οποίο αποδοκιμάζει;».
Αναμφίβολα αποδέχομαι και υποστηρίζω την άποψη ότι ο καθένας που συνδέεται και συνεργάζεται με άλλους για έναν κοινό σκοπό πρέπει να νιώθει την ανάγκη να συντονίσει τις δραστηριότητές τους με αυτές των συντρόφων του και να μην κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τη δουλειά των άλλων και, επομένως, τον κοινό σκοπό• και να σέβεται τις συμφωνίες οι οποίες έχουν αποφασιστεί – εκτός όταν επιθυμεί να εγκαταλείψει την συνεργασία όταν διαφορές απόψεων ή αλλαγές περιστάσεων ή διαμάχες πάνω στις προτιμούμενες μεθόδους κάνουν την συνεργασία αδύνατη ή αναποτελεσματική. Και ακριβώς όπως υποστηρίζω, αυτοί που δεν νιώθουν και δεν εφαρμόζουν αυτό το καθήκον θα πρέπει να πεταχτούν έξω από την συνεργασία.
Ίσως, μιλώντας περί συλλογικής ευθύνης, εννοείς ακριβώς αυτή την αρμονία και αλληλεγγύη που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα μέλη μιας συνεργασίας. Και αν είναι έτσι, η έκφρασή σου αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη μου, σε λάθος χρήση της γλώσσας, αλλά βασικά θα ήταν μόνο μια ασήμαντη φρασεολογική ερώτηση και η συμφωνία σύντομα θα επιτευχθεί.
Το πραγματικά σημαντικό ζήτημα που προκύπτει στο γράμμα σου αφορά τη λειτουργία («τον ρόλο») των αναρχικών στο κοινωνικό κίνημα και τον τρόπο που σχεδιάζουν να την φέρουν σε πέρας. Είναι ζήτημα βασικών αρχών, λόγος ύπαρξης του αναρχισμού και πρέπει κάποιος να είναι ξεκάθαρος στο τι εννοεί.
Ρωτάς αν οι αναρχικοί πρέπει (στο επαναστατικό κίνημα και την κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας) να αναλάβουν έναν καθοδηγητικό και, συνεπώς, υπεύθυνο ρόλο ή να περιορίσουν τους εαυτούς τους στο να είναι ανεύθυνοι βοηθοί.
Το ερώτημά σου με άφησε μπερδεμένο, επειδή στερείται ακρίβειας. Είναι δυνατό να κατευθύνεις μέσω συμβουλών και παραδειγμάτων, αφήνοντας τους ανθρώπους – έχοντας τη δυνατότητα και τα μέσα να ικανοποιούν οι ίδιοι τις ανάγκες τους – να υιοθετούν τις μεθόδους και τις λύσεις μας αν είναι, ή φαίνεται να είναι, καλύτερες από αυτές που προτείνουν και εκτελούνται από άλλους. Αλλά είναι, επίσης, δυνατό να κατευθύνεις αναλαμβάνοντας τη διοίκηση, δηλαδή με το να γίνεις μια κυβέρνηση και να επιβάλεις τις ιδέες και τα ενδιαφέροντα κάποιου με αστυνομικές μεθόδους.
Σε ποιον δρόμο θέλεις να κατευθυνθείς;
Είμαστε αναρχικοί επειδή πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση (κάθε κυβέρνηση) είναι ένα κακό, και ότι δεν είναι δυνατόν να κερδίσουμε ελευθερία, αλληλεγγύη και δικαιοσύνη χωρίς απελευθέρωση. Δεν μπορούμε, συνεπώς, να αναρριχηθούμε στην κυβέρνηση και πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να εμποδίσουμε άλλους – τάξεις, κόμματα ή άτομα – από το να πάρουν την εξουσία και να γίνουν κυβερνήσεις.
Η υπευθυνότητα των ηγετών, μια έννοια με την οποία μου φαίνεται ότι θέλεις να εγγυηθείς ότι ο λαός είναι προστατευμένος από τις καταχρήσεις και τα λάθη του, δεν σημαίνει τίποτα σε μένα. Αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν είναι πραγματικά υπεύθυνοι εκτός όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια επανάσταση, και δεν μπορούμε να κάνουμε την επανάσταση κάθε μέρα, και γενικά συμβαίνει μόνο αυτό εφόσον η κυβέρνηση έχει κάνει όσο κακό μπορούσε να κάνει.
Θα έχεις καταλάβει ότι απέχω πολύ από το να σκέφτομαι ότι οι αναρχικοί πρέπει να είναι ικανοποιημένοι με το να είναι απλοί βοηθοί άλλων επαναστατών οι οποίοι, μη όντας αναρχικοί, φυσικά φιλοδοξούν να γίνουν κυβέρνηση.
Αντιθέτως, πιστεύω ότι εμείς, οι αναρχικοί, πεπεισμένοι για την εγκυρότητα του προγράμματός μας, πρέπει να αγωνιστούμε για να αποκτήσουμε μια συντριπτική επίδραση ώστε να οδηγήσουμε το κίνημα μπροστά προς την πραγματοποίηση των ιδανικών μας. Αλλά πρέπει να κερδίσουμε αυτή την επιρροή κάνοντας περισσότερα και καλύτερα από άλλους, και θα είναι χρήσιμη μόνο αν την κερδίσουμε με αυτόν τον τρόπο.
Σήμερα πρέπει να εμβαθύνουμε, αναπτύξουμε και προπαγανδίσουμε τις ιδέες μας και να συσπειρώσουμε τις δυνάμεις μας σε μία κοινή δράση. Πρέπει να δράσουμε μέσα στο εργατικό κίνημα ώστε να προλάβουμε να μην περιοριστεί και διαφθαρεί από την αποκλειστική επιδίωξη μικρών βελτιώσεων συμβατών με το καπιταλιστικό σύστημα• και πρέπει να δράσουμε με έναν τέτοιο τρόπο που να συμβάλει στην προετοιμασία για έναν συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Πρέπει να εργαστούμε με τις ανοργάνωτες, και ίσως μη δυνάμενες να οργανωθούν, μάζες, για να ξυπνήσουμε το πνεύμα της εξέγερσης και την επιθυμία και ελπίδα για μια ελεύθερη και χαρούμενη ζωή. Πρέπει να εγκαινιάσουμε και υποστηρίξουμε όλα τα κινήματα που τείνουν να εξασθενίσουν τις δυνάμεις του Κράτους και του καπιταλισμού και να αυξήσουν το πνευματικό επίπεδο και τις υλικές συνθήκες των εργατών. Πρέπει, κοντολογίς, να προετοιμαζόμαστε, και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας, ηθικά και υλικά, για την επαναστατική δράση η οποία θα ανοίξει τον δρόμο του μέλλοντος.
Και ύστερα, στην επανάσταση, πρέπει να πάρουμε ενεργό μέρος (αν είναι δυνατό πριν και πιο αποτελεσματικά από τους άλλους) στον θεμελιώδη υλικό αγώνα και να τον οδηγήσουμε στα έσχατα όριά του, καταστρέφοντας όλες τις καταπιεστικές δυνάμεις του Κράτους. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους εργάτες να πάρουν την κατοχή των μέσων παραγωγής (γη, ορυχεία, εργοστάσια και εργαστήρια, μέσα μεταφοράς κ.λπ.) καθώς και των αποθεμάτων των βιομηχανικών αγαθών• να οργανώσουν άμεσα, μόνοι τους, μια δίκαιη διανομή των καταναλωτικών αγαθών και, την ίδια ώρα, να προμηθεύουν προϊόντα για το εμπόριο ανάμεσα στις κομμούνες και τις περιοχές και για τη συνέχιση και ένταση της παραγωγής και όλων των χρήσιμων για το λαό υπηρεσιών. Πρέπει με κάθε δυνατό τρόπο και σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και δυνατότητες, να προωθήσουμε τη δράση των εργατικών ενώσεων, των κοοπερατίβων, των εθελοντικών ομάδων – ώστε να εμποδίσουμε την εμφάνιση νέων εξουσιαστικών δυνάμεων, νέων κυβερνήσεων, να αντιταχθούμε σ’ αυτές βίαια αν χρειαστεί, αλλά, πάνω απ’ όλα, να τις καταστήσουμε άχρηστες. Και όπου δεν βρίσκουμε ικανοποιητική πλειοψηφία ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την επανεγκαθίδρυση του Κράτους με τους εξουσιαστικούς του θεσμούς και τα εξαναγκαστικά του σώματα, πρέπει να αρνηθούμε να πάρουμε μέρος ή να τα αναγνωρίσουμε, εξεγειρόμενοι ενάντια στην επιβολή τους και απαιτώντας πλήρη αυτονομία για τους εαυτούς μας και για όλες τις διαφωνούσες μειονότητες. Με άλλα λόγια, πρέπει να παραμείνουμε σε μια πραγματική ή δυνητική κατάσταση εξέγερσης, μη δυνάμενοι να κερδίσουμε στο παρόν, αλλά τουλάχιστον να προετοιμαζόμαστε για το μέλλον.
Αυτό είναι που εννοείς στο κομμάτι όπου λες οι αναρχικοί πρέπει να πάρουν μέρος στην προετοιμασία και επιτυχία της επανάστασης;
Απ’ ό,τι ξέρω από σένα και το έργο σου κλείνω να πιστέψω ότι έτσι είναι.
Αλλά όταν βλέπω ότι στην Ένωση την οποία υποστηρίζεις υπάρχει μία Εκτελεστική Επιτροπή για να δίνει ιδεολογική και οργανωτική κατεύθυνση στη οργάνωση προσβάλλομαι από την αμφιβολία ότι θα ήθελες, επίσης, να δεις, μέσα στο γενικό κίνημα, ένα κεντρικό σώμα, το οποίο, με έναν εξουσιαστικό τρόπο, θα υπαγορεύει το θεωρητικό και πρακτικό πρόγραμμα της επανάστασης.
Αν αυτό είναι σωστό απέχουμε παρασάγγες.
Η οργάνωσή σου, ή τα διοικητικά σου όργανα, ίσως αποτελούνται από αναρχικούς αλλά δεν μπορούν να γίνουν τίποτα άλλο από μια κυβέρνηση. Πιστεύοντας, με απόλυτα καλή πίστη, ότι είναι απαραίτητοι για τον θρίαμβο της επανάστασης, θα σιγουρευτούν, ως προτεραιότητά τους, ότι είναι σε καλή θέση και αρκετά δυνατοί για να επιβάλλουν τη θέλησή τους. Θα δημιουργήσουν, γι’ αυτό, οπλισμένα σώματα για την σωματική τους άμυνα καθώς και μια γραφειοκρατία για να εκτελεί τις εντολές τους και στη διαδικασία θα παραλύσουν το λαϊκό κίνημα και θα σκοτώσουν την επανάσταση.
Αυτό είναι νομίζω αυτό που συνέβη στους Μπολσεβίκους.
Εδώ είμαστε. Πιστεύω ότι το σημαντικό δεν είναι η νίκη των σχεδίων μας, των ιδεών, των ουτοπιών μας, οι οποίες σε κάθε περίπτωση χρειάζονται την επιβεβαίωση της εμπειρίας και μπορεί να τροποποιηθούν από την εμπειρία, ανεπτυγμένη και προσαρμοσμένη στις πραγματικές ηθικές και υλικές συνθήκες του χρόνου και του τόπου. Αυτό που μετράει περισσότερο είναι ότι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, χάνουν το αγελαία ένστικτα και συνήθειές τους που χιλιάδες χρόνια σκλαβιάς τους έχουν ενσταλάξει, και μαθαίνουν να σκέφτονται και να δρουν ελεύθερα. Και πάνω ειδικά σ’ αυτό το μεγάλο έργο της ηθικής απελευθέρωσης πρέπει να αφιερώσουν τους εαυτούς τους οι αναρχικοί.
Ευχαριστώ για την προσοχή που έδωσες στο γράμμα μου και, με την ελπίδα να ακούσω περισσότερα από σένα, σου στέλνω τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου.
«Il Risveglio» (Geneva),
Δεκέμβρης 1929
* Πηγή του παρόντος κειμένου: International Anarchism, μέρος της συλλογής στην ιστοσελίδα struggle. Σε αγγλική και ελληνική μετάφραση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Nestor Makhno Archive. Σε άλλη ελληνική μετάφραση περιέχεται στο βιβλίο «Η Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών» που εκδόθηκε στην Αθήνα τον Μάρτη του 2004 σε συνεργασία των εκδόσεων «Άρδην» και ομάδας συντρόφων. Διόρθωση-επιμέλεια ελληνικής μετάφρασης «ούτε θεός-ούτε αφέντης», 2 Νοέμβρη 2007.