ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ, ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ
Σ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, Σ' ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Η φιλοσοφία του αθεϊσμού-Emma Goldman

Ο Θεός σήμερα, δεν αντιπροσωπεύει πλέον τις ίδιες δυνάμεις όπως στην αρχή της ύπαρξής του• ούτε κατευθύνει Αυτός το ανθρώπινο πεπρωμένο με το ίδιο σιδερένιο χέρι όπως άλλοτε. Μάλλον η ιδέα του Θεού εκφράζει ένα είδος πνευματικού ερεθίσματος για να ικανοποιήσει τις μανίες και τις φαντασίες κάθε απόχρωσης της ανθρώπινης αδυναμίας. Κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ανάπτυξης η ιδέα του Θεού αναγκάστηκε να προσαρμοστεί σε κάθε φάση των ανθρώπινων υποθέσεων, πράγμα απόλυτα σύμφωνο με την προέλευση της ίδιας της ιδέας.
Η ιδέα των Θεών προέρχεται από τον φόβο και την περιέργεια. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, ανίκανος να καταλάβει τα φαινόμενα της φύσης και παρενοχλημένος από αυτά, έβλεπε σε κάθε τρομακτική εκδήλωση κάποια απειλητική δύναμη κατευθυνόμενη ρητά ενάντια σε αυτόν• και δεδομένου ότι η άγνοια και ο φόβος είναι οι γονείς κάθε προκατάληψης, η ενοχλημένη φαντασία του πρωτόγονου ατόμου ύφανε την ιδέα των Θεών. Πολύ σωστά, ο γνωστός άθεος και ο αναρχικός, Μichael Bakunin, λέει στο μεγάλο του έργο Θεός και Κράτος:Όλες οι θρησκείες, με τους Θεούς, ημίθεους και προφήτες τους, τους μεσσίες και Αγίους τους, δημιουργήθηκαν από την εύπιστη φαντασία των ανθρώπων που δεν είχαν ακόμα φθάσει στην πλήρη ανάπτυξη των πνευματικών τους ικανοτήτων. Συνεπώς, ο θρησκευτικός ουρανός είναι απλούστατα αντικατοπτρισμός όπου ο άνθρωπος, εκστασιασμένος από την άγνοια και την πίστη, ανακαλύπτει την εικόνα του, αλλά διευρυμένη και ανεστραμμένη - δηλαδή θεοποιημένη. Η ιστορία των θρησκειών, της γέννησης, της ακμής, και της παρακμής των Θεών που δέσποσαν διαδοχικά στην ανθρώπινη πίστη, δεν είναι λοιπόν τίποτα άλλο, παρά η ανάπτυξη της συλλογικής νόησης και συνείδησης των ανθρώπων. Στο μέτρο που μέσα στην ιστορικά προοδευτική πορεία τους ανακάλυπταν, είτε στον εαυτό τους είτε στη φύση, μια δύναμη, ιδιότητα ή και σημαντικό ελάττωμα, τα απέδιδαν στους Θεούς τους, αφού προηγουμένως τους μεγαλοποιούσαν υπέρμετρα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν τα παιδιά, με μία πράξη της θρησκευτικής φαντασίας τους [...]. Με όλο τον οφειλούμενο σεβασμό, λοιπόν, στους μεταφυσικούς και τους θρησκευτικούς ιδεαλιστές, τους φιλόσοφους, τους πολιτικούς ή τους ποιητές: η ιδέα του Θεού υπονοεί την παραίτηση του ανθρώπινου λόγου και της δικαιοσύνης, είναι η αποφασιστικότερη άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας, και αναγκαστικά καταλήγει στην υποδούλωση της ανθρωπότητας, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη
Κατά συνέπεια η ιδέα των Θεών, που αναβιώνεται, προσαρμόζεται, και διευρύνεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με την ανάγκη του χρόνου, έχει επηρεάσει την ανθρωπότητα και θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι ο άνθρωπος να σηκώσει το κεφάλι του μία φωτεινή μέρα, άφοβος και με αφυπνισμένη θέληση. Αναλογικά, όσο το άτομο μαθαίνει να κατανοεί τον εαυτό του και διαμορφώνει το πεπρωμένο του, ο θεϊσμός γίνεται περιττός. Το πόσο το άτομο θα είναι σε θέση να βρει τη σχέση του με τους συνανθρώπους του, θα εξαρτηθεί εξ ολοκλήρου από το κατά πόσο μπορεί να ξεπεράσει την εξάρτησή του από το Θεό.
Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι ο θεϊσμός, που είναι η θεωρία της κερδοσκοπίας, αντικαθίσταται από τον αθεϊσμό, την επιστήμη που αναλύει και αποδεικνύει. Ο ένας στηρίζεται στα μεταφυσικά σύννεφα του Αγνώστου, ενώ ο άλλος έχει τις ρίζες του σταθερά στο χώμα. Είναι η γη, όχι ο ουρανός, αυτό που πρέπει να διασώσει ο άνθρωπος εάν θέλει πραγματικά να σωθεί.
Η πτώση του θεϊσμού είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέαμα, ειδικά όπως φανερώνεται στην ανησυχία των θεϊστών, οποιαδήποτε και αν είναι η συγκεκριμένη θρησκεία τους. Συνειδητοποιούν, με πολύ άγχος, ότι οι μάζες γίνονται καθημερινά πιο αθεϊστικές, πιο αντιθρησκευτικές• ότι είναι αρκετά πρόθυμοι να αφήσουν το μεγάλο υπερπέραν και τη θεϊκή περιοχή του στους αγγέλους και τα σπουργίτια• επειδή όλο και περισσότερο οι μάζες απορροφούνται στα προβλήματα της άμεσης ύπαρξής τους.
Πώς να φέρει τις μάζες πίσω στην ιδέα Θεών, το πνεύμα, την πρώτη αιτία, κ.λ.π. - αυτή είναι η πιο πιεστική ερώτηση σε όλους τους θεϊστές. Όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνονται να είναι μεταφυσικά, έχουν ωστόσο ένα πολύ χαρακτηριστικό φυσικό υπόβαθρο. Όσο αναφορά την θρησκεία, την Απόλυτη αλήθεια δηλαδή, οι ανταμοιβές και οι τιμωρίες της είναι το σήμα κατατεθέν της μεγαλύτερης, της πιο διεφθαρμένης και ολέθριας, της ισχυρότερης και πιο προσοδοφόρας βιομηχανίας στον κόσμο, μη εξαιρουμένης της βιομηχανίας όπλων και πυρομαχικών. Είναι η βιομηχανία του αποπροσανατολισμού του ανθρώπινου μυαλού και της καταπίεσης της ανθρώπινης καρδιάς. Η αναγκαιότητα δεν γνωρίζει κανέναν νόμο• ως εκ τούτου, η πλειοψηφία των θεϊστών αναγκάζεται να επανεξετάσει κάθε ζήτημα, ακόμα κι αν δεν έχει καμία σχέση με θεότητες ή με την Αποκάλυψη ή το Υπερπέραν. Ίσως αισθάνονται το γεγονός ότι η ανθρωπότητα κουράζεται από τα εκατοντάδες παραρτήματα (στμ. θρησκειών) του Θεού. Πώς να βελτιωθεί αυτό το νεκρό επίπεδο θεϊστικής πεποίθησης, είναι πραγματικά ένα θέμα ζωής και θανάτου για όλα τα δόγματα. Γι΄ αυτό και η ανοχή τους• αλλά είναι μια ανοχή όχι κατανόησης, αλλά αδυναμίας. Ίσως αυτό να εξηγεί και τις προσπάθειες που ενθαρρύνονται σε όλες τις θρησκευτικές δημοσιεύσεις για να συνδυάσουν τις διαφοροποιημένες θρησκευτικές φιλοσοφίες και τις συγκρουόμενες θεϊστικές θεωρίες σε ένα δόγμα. Όλο και περισσότερο, οι διάφορες έννοιες του μόνου αληθινού Θεού, τού μοναδικού καθαρού πνεύματος, - η μόνη αληθινή θρησκεία σχολιάζονται με τρόπο ανεκτικό σε μια μανιώδη προσπάθεια να καθιερωθεί ένα κοινό έδαφος για να διασώσει τη σύγχρονη μάζα από τη ολέθρια επιρροή των αθεϊστικών ιδεών. Είναι χαρακτηριστικό της θεϊστικής ανοχήςότι κανένας δεν νοιάζεται πραγματικά για το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αν πιστεύουν, ή προσποιούνται ότι πιστεύουν. Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό, χρησιμοποιούνται οι πιο ωμές και επιθετικές μέθοδοι. Θρησκευτικές συνεδριάσεις και προσπάθειες αναγέννησης με τον Billy Sunday ως τον προασπιστή τους - μέθοδοι που πρέπει να προσβάλουν κάθε εξευγενισμένη αίσθηση, και που η επίδρασή τους επάνω στην άγνοια και την περιέργεια συχνά τείνει να δημιουργήσει μια ήπια κατάσταση παραφροσύνης που συνδέεται, όχι σπάνια, με την ερωτομανία. Όλες αυτές οι μανιώδεις προσπάθειες βρίσκουν την έγκριση και την υποστήριξη από τις μεγάλες δυνάμεις της γης. Από το ρώσο δεσπότη, τον αμερικανό Πρόεδρο• από τον Rockefeller (στμ. πλούσιος αμερικάνος επιχειρηματίας) και τον Wanamaker, μέχρι τον πιο ασήμαντο επιχειρηματία. Δείχνουν ότι το κεφάλαιο που επενδύεται στον Billy Sunday, το Y.M.C.A. (στμ. Young Mens Christian Association, χριστιανική αδελφότητα που ξεκίνησε το 1844 και πλέον αριθμεί παραρτήματα σε 119 χώρες στον κόσμο), στην Christian Science, και τα διάφορα άλλα θρησκευτικά όργανα θα επιστρέψει τεράστια κέρδη από τη κατακτημένη, εξημερωμένη, και κουτή μάζα. Συνειδητά ή ασυναίσθητα, οι περισσότεροι θεϊστές βλέπουν στους Θεούς και τους διαβόλους, τον παράδεισο και την κόλαση, την ανταμοιβή και την τιμωρία, ένα μαστίγιο για να οδηγεί τους ανθρώπους στην υπακοή, την προβατοποίηση και την ικανοποίηση. Η αλήθεια είναι ότι ο θεϊσμός θα είχε χάσει την επιθετικότητα του πολύ πριν από αυτό χωρίς τη συνδυασμένη υποστήριξη του διάβολου και της εξουσίας. Πόσο ολοκληρωτικά χρεοκοπημένος είναι πραγματικά, καταδεικνύεται στις τάφρους και τα πεδία μαχών της Ευρώπης σήμερα. Δεν περιγράφουν όλοι οι θεϊστές τη θεότητά τους ως το Θεό της αγάπης και της καλοσύνης; Ωστόσο μετά από χιλιάδες έτη τέτοιων κυρηγμάτων οι Θεοί παραμένουν κουφοί στην αγωνία της ανθρώπινης φυλής. Ο Κομφούκιος δεν ενδιαφέρεται για την φτώχεια, τις άσχημες συνθήκες και τη δυστυχία των πληθυσμών της Κίνας. Ο Βούδας παραμένει ανενόχλητος στη φιλοσοφική αδιαφορία του μπροστά στην πείνα και τους λιμούς στην Ινδία• ο Θεός παραμένει κουφός στην πικρή κραυγή του Ισραήλ, ενώ ο Ιησούς αρνείται να αναστηθεί από τους νεκρούς ενάντια στους Χριστιανούς του που σφάζουν ο ένας τον άλλον.
Το βάρος όλων των τραγουδιών και των ύμνων προς τον ύψιστο είναι ότι ο Θεός αντιπροσωπεύει τη δικαιοσύνη και το έλεος. Ωστόσο, η αδικία μεταξύ των ατόμων μονίμως αυξάνεται• οι προσβολές που διαπράττονται ενάντια στις μάζες σε αυτήν την χώρα μόνο, φαίνονται αρκετές για να πνίξουν τον ίδιο τον παράδεισο. Αλλά πού είναι οι Θεοί για να δώσουν ένα τέλος σε όλες αυτές τις φρίκες, αυτά τα λάθη, αυτή την απανθρωπιά ενάντια στο άτομο; Όχι, όχι οι Θεοί, αλλά το ΑΤΟΜΟ πρέπει να εγερθεί μέσα από τη δυνατή οργή του. Εξαπατημένος από όλες τις θεότητες, προδομένος από τους απεσταλμένους τους, αυτός, ο ίδιος, πρέπει να αναλάβει να φέρει τη δικαιοσύνη επάνω στη γη.
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού εκφράζει την επέκταση και την αύξηση του ανθρώπινου μυαλού. Η φιλοσοφία του θεϊσμού, εάν μπορούμε να την αποκαλέσουμε φιλοσοφία, είναι στατική και πάγια. Ακόμη και η απλή προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα μυστήρια αντιπροσωπεύει, από τη θεϊκιστική άποψη, μη-πίστη στην απ όλους αποδεκτή παντοδυναμία, και ακόμη και μια άρνηση της σοφίας των θείων δυνάμεων εκτός του ατόμου. Ευτυχώς, εντούτοις, το ανθρώπινο μυαλό δεν ήταν ποτέ, και δεν μπορεί ποτέ να είναι, καθοδηγούμενο, με το ζόρι, στη στασιμότητα . Ως εκ τούτου προχωρά σταθερά τον ανήσυχο δρόμο του προς τη γνώση και τη ζωή. Το ανθρώπινο μυαλό συνειδητοποιεί ότι το σύμπαν δεν είναι το αποτέλεσμα μιας δημιουργικής διαταγής από κάποια θεία νοημοσύνη, που, από το πουθενά, παράγει ένα αριστούργημα χαοτικό και σε τέλεια λειτουργία, αλλά ότι είναι το προϊόν χαοτικών δυνάμεων που λειτουργούν αέναα στο χρόνο, των συγκρούσεων και των κατακλυσμών, της απώθησης και της έλξης, αποκρυσταλλώνοντας μέσω της αρχής της επιλογής σε αυτό που οι θεϊστές καλούν, ο κόσμος καθοδηγείται από τη τάξη και την ομορφιά.Όπως ο Joseph McCabe (στμ. Jοseph McCabe [1867-1955] γνωστός άγγλος αθεϊστής) σωστά επισημαίνει στην Ύπαρξη του Θεού,ένας νόμος της φύσης δεν είναι ένας τύπος που συντάσσεται από έναν νομοθέτη, αλλά μια μόνη περίληψη των παρατηρηθέντων γεγονότων ένα πακέτο γεγονότων. Τα πράγματα δεν ενεργούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο επειδή υπάρχει ένας νόμος, αλλά δηλώνουμε το νόμο επειδή ενεργούν με εκείνο τον τρόπο
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού αντιπροσωπεύει μια έννοια της ζωής χωρίς καθόλου μεταφυσικό Υπερπέραν ή κάποιο Θείο ρυθμιστή. Είναι η έννοια ενός πραγματικού κόσμου με τις ελευθεριακές, εξελίξιμες και όμορφες δυνατότητές του, σε σύγκριση με έναν πλασματικό κόσμο, ο οποίος με τα πνεύματά του, τους χρησμούς, και την κίβδηλη ικανοποίηση έχει κρατήσει την ανθρωπότητα σε μία αβοήθητη υποβάθμιση.
Μπορεί να φανεί παράδοξο, όμως είναι θλιβερά αληθινό, ότι αυτός ο πραγματικός, ορατός κόσμος και η ζωή μας έπρεπε να είναι τόσο πολύ κάτω από την επιρροή των μεταφυσικών υποθέσεων, αντί για τις φυσικές αποδείξιμες δυνάμεις. Κάτω από το μαστίγιο της θεϊστικής ιδέας, αυτή η γη δεν έχει χρησιμεύσει σε κανέναν άλλο σκοπό απ ότι ως προσωρινός σταθμός για να εξετάσει την ανθρώπινη ικανότητα για τη θυσία στη θέληση του Θεού. Αλλά τη στιγμή που ο άνθρωπος προσπάθησε να εξακριβώσει τη φύση αυτής της θέλησης, του είπαν ότι ήταν εντελώς ανώφελο για τη πεπερασμένη ανθρώπινη νοημοσύνη να πάει πέρα από τη παντοδύναμη άπειρη θέληση. Κάτω από το τεράστιο βάρος αυτής της παντοδυναμίας, το άτομο έχει υποκύψει στη σκόνη ένα άβουλο πλάσμα διαλυμένο, και που ιδρώνει στο σκοτάδι. Ο θρίαμβος της φιλοσοφίας του αθεϊσμού είναι να ελευθερώσει το άτομο από τον εφιάλτη των Θεών• σημαίνει τη διάλυση των φαντασμάτων του αγνώστου. Ξανά και ξανά το φως του λόγου έχει διαλύσει το θεϊστικό εφιάλτη, αλλά η ένδεια, η δυστυχία και ο φόβος έχουν αναδημιουργήσει τα φαντάσματα - είτε παλιά είτε νέα, παρά την εξωτερική μορφή τους, αυτά διαφέρουν λίγο στην ουσία τους. Ο αθεϊσμός, αφ ετέρου, στην φιλοσοφική του πτυχή αρνείται την υποταγή, όχι μόνο σε μια καθορισμένη έννοια του Θεού, αλλά αρνείται όλη τη δουλεία στην ιδέα των Θεών, και αντιτάσσεται στη θεϊστική αρχή υπό αυτήν τη μορφή. Οι Θεοί στη μεμονωμένη λειτουργία τους δεν είναι στα μισά τόσο ολέθριοι όσο η αρχή του θεϊσμού που αντιπροσωπεύει την πίστη σε μία μεταφυσική, ή ακόμα και παντοδύναμη, δύναμη που κυβερνά τη γη και το άτομο. Είναι ο ολοκληρωτισμός του θεϊσμού, της ολέθριας επιρροής του επάνω στην ανθρωπότητα, της παραλυτικής επίδρασής του επάνω στη σκέψη και τη δράση, την οποία ο αθεϊσμός παλεύει με όλη τη δύναμή του.
Η φιλοσοφία του αθεϊσμού έχει τη ρίζα της στη γη, σε αυτήν την ζωή ο στόχος του είναι η χειραφέτηση της ανθρώπινης φυλής από όλα τα Θεϊκά κεφάλια, είτε είναι αυτά ιουδαϊκά, χριστιανικά, μωαμεθανικά, βουδιστικά, βραχμινιστικά, ή ότι άλλο. Η ανθρωπότητα έχει τιμωρηθεί από καιρό και μάλιστα βαριά για τη δημιουργία των Θεών τίποτα άλλο παρά ο πόνος και οι διωγμοί αυξήθηκαν από την δημιουργία τους. Υπάρχει μόνο μια διέξοδος από αυτή τη γκάφα: Το άτομο πρέπει να σπάσει τα δεσμά που τον κρατούν στις πύλες του ουρανού και της κόλασης, έτσι ώστε να μπορέσει να αρχίσει να διαμορφώνει μέσα από την αναζωπυρωμένη και αφυπνισμένη του συνείδηση ένα νέο κόσμο επάνω στη γη.
Μόνο μετά τον θρίαμβο της αθεϊστικής φιλοσοφίας στα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων, θα γίνουν κατανοητές η ελευθερία και η ομορφιά της ζωής. Η ομορφιά ως δώρο από τον ουρανό έχει αποδειχθεί άχρηστη. Εντούτοις, θα γίνει η ουσία και η ώθηση της ζωής όταν μάθει το άτομο να βλέπει στη γη το μόνο ουρανό κατάλληλο για το άτομο. Ο αθεϊσμός βοηθά ήδη να ελευθερωθεί το άτομο από την εξάρτησή του στην τιμωρία και την ανταμοιβή ως θεϊκή ευκαιρία - αντίθετη για τους φτωχούς στο πνεύμα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η ειδική οργάνωση-Jaime Cubero

Η ειδική οργάνωση του αναρχικού κινήματος αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς υπονοείται (η οργάνωση αυτή) όσον αφορά τον προσδιορισμό της, με τις ιδιαιτερότητες που καθορίζουν τις βασικές αρχές, από την πρακτική των οποίων εξαρτάται και η ύπαρξή της.
Το επαναστατικό πρόγραμμα, εκθειάζοντας τον ελευθεριακό σοσιαλισμό, απαιτεί μια οργάνωση με την οποία να καθορίζονται οι στρατηγικές και, παρομοίως, οι εναλλακτικές λύσεις για όλες τις περιπτώσεις, την ίδια στιγμή που η πρακτική της να αποτελεί μια προσδοκώμενη εφαρμογή του προγράμματός της. Επομένως, οι έννοιες ελευθερία, ευθύνη, ηθική, ομοσπονδιακό σύστημα (φεντεραλισμός), αλληλεγγύη, αυτοδιεύθυνση κ.λπ., όχι μόνο πρέπει να αποτελούν έννοιες μιας κάποιας θεωρητικής πορείας, αλλά όλα αυτά που καθορίζουν την πρακτική και τη συμπεριφορά των αναρχικών στην οργάνωση αυτή. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι τα άτομα δεν είναι παρά η κυψελοειδής μονάδα της οργάνωσης, οι ομάδες και οι κολεκτίβες (collectives) αποτελούν το βασικό της πυρήνα.
Οι ομάδες συγγένειας αποτελούνται από τους αγωνιστές η σχέση μεταξύ των οποίων, που βασίζεται στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους, είναι περισσότερο έντονη στο βαθμό που τρέφεται από τις επαναστατικές ιδέες και πρακτικές. Κάθε ομάδα έχει έναν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων που εγγυάται ένα μεγαλύτερο βαθμό οικειότητας μεταξύ των μελών της. (Η ομάδα) είναι αυτόνομη, στο βαθμό που τα μέλη της μπορούν να οργανωθούν εκ νέου ατομικά και κοινωνικά. Λειτουργούν ως καταλύτες στο κίνημα, παρέχοντάς του πρωτοβουλία και ευσυνειδησία. Η ένωση ή ο χωρισμός κάθε ομάδας καθορίζεται από την περίσταση και τα ενδιαφέροντα και όχι με βάση οποιαδήποτε συγκεντρωτική απόφαση. Οι προσχωρήσεις ή οι αποχωρήσεις γίνονται αυθόρμητα και ελεύθερα, χωρίς πίεση οποιασδήποτε φύσης.
Κατά τη διάρκεια περιόδων πολιτικής καταστολής οι ομάδες συγγένειας είναι αρκετά ανθεκτικές. Λόγω του υψηλού βαθμού συνοχής που υπάρχει μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτές είναι δύσκολο να διεισδύσει κάποιος στην ομάδα και σχεδόν κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, οι ομάδες συγγένειας κατορθώνουν να διατηρήσουν την επαφή τους. Τίποτα δεν εμποδίζει τις ομάδες από να εργαστούν σε οποιοδήποτε επίπεδο κρίνουν αυτές απαραίτητο. Μπορούν να ενωθούν με τοπικές, περιφερειακές ή/και εθνικές ομαδοποιήσεις, σε μια μόνιμη ή τυχαία μορφή, για την υλοποίηση κοινών σχεδίων. Κάθε ομάδα φροντίζει να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για τη λειτουργία της με τη μέγιστη αυτονομία.
Η ένωση με βάση τα ενδιαφέροντα και οι κοινοί στόχοι, χωρίς τη διάρρηξη της αυτονομίας, είναι το βασικό χαρακτηριστικό του ομοσπονδιακού (φεντεραλιστικού) συστήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεν τοπικές ενώσεις οργανώνονται σε περιφερειακή βάση, οι δε περιοχές σε εθνική βάση, μέχρι τη διεθνή συνομοσπονδία. Κάθε τι που συζητείται όσον αφορά την δραστηριότητα σε κάθε περίπτωση αποφασίζεται αποκλειστικά από το άτομο μέχρι την ομοσπονδία, σε ένα κατάλληλο φόρουμ μιας αυτόνομης και ελεύθερης μορφής. Μόνο όταν μια δραστηριότητα περικλείει κοινούς στόχους, είτε από μια ομάδα σε μια άλλη ομάδα είτε από μια χώρα σε μια άλλη χώρα, τότε γίνεται χρήση της συμφωνίας και του συμβιβασμού και εδώ επιτυγχάνεται μια συμφωνούν σε κάτι με βάση την ελευθερία και την ευθύνη.
Τι είναι ελευθερία; Αντικείμενο σημαντικών διαμαχών καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Είναι ελεύθερη θέληση ή αιτιοκρατία (determinism); Θέτουμε σε εφαρμογή τις ενέργειές μας μέσω επιλογής ή όχι; Κατευθυνόμαστε μήπως μόνο από τις εσωτερικές μας ορμές τις οποίες δεν ελέγχουμε; Ο άνθρωπος συμβαίνει να είναι ένα λογικό ζώο: μια αλήθεια που δέχεται ο καθένας. Το να είσαι λογικός σημαίνει να είσαι ικανός να επιλέγεις, ικανός να προτιμάς, να ζυγίζεις, να συγκρίνεις αυτή ή εκείνη τη λύση, να καταλάβεις τις πιθανότητες των δυνατοτήτων. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να προβλέπει τις συνέπειες των ενεργειών του. Είναι ικανός να φαντάζεται ότι εάν προχωρήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, θα είναι σε θέση να πετύχει αυτό ή το άλλο. Μια τέτοια δράση θα έχει και μια ανάλογη συνέπεια. Και επειδή είναι σε θέση να κρίνει, είναι και ικανός να συγκρίνει, ικανός να μετρήσει, ικανός να επιλέξει. Εάν ο άνθρωπος ήταν μόνο ένα αυτόματο, δεν θα είχε καμιά συνείδηση του μέλλοντός του. Έχοντας συνείδηση του μέλλοντος, καταδεικνύει την ανεξαρτησία και την ικανότητα να επιλέγει την επιτυχία που πρόκειται να επέλθει. Είναι εξαιτίας αυτού που ο άνθρωπος είναι ανεξάρτητη ύπαρξη και γνωρίζει την ελευθερία. Όταν έχουμε μια παρόρμηση για μια οριστική πράξη και εξετάζουμε τις συνέπειές της, όταν σκεπτόμαστε γι’ αυτό, μάς αποκαλύπτεται μια σειρά δυνατοτήτων τις οποίες πρέπει να αναλύσουμε λογικά. Συγκρατούμε την παρόρμηση, κατανικούμε την επιθυμία και αποφασίζουμε να μην κάνουμε ό,τι είχαμε επιθυμήσει. Το να αρνούμαστε αυτό το πρακτικό γεγονός με το οποίο ελέγχουμε στη ζωή μας είναι σαν να αρνούμαστε πρακτικά ολόκληρη τη δύναμη της εκπαίδευσης. Τα μεγαλύτερα εμπόδια εναντίον των οποίων πρέπει να παλέψουμε ευλόγως οι διακηρύξεις και η πεποίθηση του ότι είμαστε ικανοί μόνο να επιλύσουμε τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα με κόστος την ελευθερία μας. Αλλά η ελευθερία είναι κάτι πολύ περισσότερο. Και είναι μέσω της κατάκτησης της κατάλληλης ελευθερίας που μπορούμε να εγγυηθούμε τη λύση αυτών των προβλημάτων για την οποία ψάχνουμε. Η κατεύθυνση της ελευθερίας είναι αυτός της πρακτικής ελευθερίας. Είναι με την πρακτική της ελευθερίας που διαμορφωνόμαστε ως ελεύθερα όντα.
Η ευθύνη είναι η υποχρέωση του να απαντήσουμε σε κάποιους για διάφορες ενέργειες ή για ό,τι μας εμπιστεύτηκαν αυτοί. Κανένας δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος χωρίς να είναι ελεύθερος. Η ευθύνη έχει δύο πτυχές: την ατομική και τη συλλογική. Η ατομική ευθύνη αναγκάζει έναν άνθρωπο να απαντήσει μόνο για τις ενέργειές του ή για κάτι που του εμπιστεύθηκαν. Η συλλογική ευθύνη αναγκάζει κάποιον να απαντήσει όχι μόνο για τις δικές του ενέργειες, αλλά και για τις ενέργειες άλλων ανθρώπων, όταν μιλάμε για συγκεκριμένες, αποδεκτές ενέργειες, που καθορίζονται ελεύθερα από μια ομάδα ατόμων που συνδέονται για να φέρουν σε πέρας έναν κοινό στόχο. Ο καθένας και όλοι στην περίπτωση αυτή, είναι ατομικά και συλλογικά υπεύθυνοι και η ελευθερία τους καθορίζεται από το διπλό αυτό χαρακτήρα της ευθύνης. Η μεμονωμένη ευθύνη, η υποχρέωση να δοθεί απάντηση για τις ενέργειές κάποιου ή για τα πράγματα που εμπιστεύτηκαν κάποιοι σε κάποιον δεν μπορεί να αποφευχθεί από κανένα άτομο του οποίου οι διανοητικές ικανότητες είναι κανονικές.
Υπάρχουν τρεις τύποι αναρχικών: α) οι ατομικιστές, αντίπαλοι κάθε μορφής οργάνωσης, β) οι ατομικιστές υποστηρικτές της ελεύθερης και στιγμιαίας ένωσης, αλλά γενικά εναντίον της οργάνωσης και γ) οι υποστηρικτές της μεθοδολογικής και μόνιμης οργάνωσης. Εμείς, ως υποστηρικτές της τελευταίας θέσης, δεν θα μιλήσουμε για τις πρώτες δύο. Η αντίληψη της ατομικής ευθύνης, μέσα στην οργάνωση είναι μέρος της συνύπαρξης του ατόμου και της κοινωνίας ως βασική ανάγκη, η πραγματικότητα της οποίας προηγείται της ύπαρξής της. Είναι μέρος της αρχής της αλληλεγγύης που στοχεύει σε μια αναρχική κοινωνία και που επεκτείνεται σε όλες τις κατηγορίες των ανθρώπινων όντων που μοιράζονται τις ίδιες αντιλήψεις και αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό. Οι δεσμευμένοι με βάση μια συμφωνία ενδιαφερόντων είναι υπεύθυνοι για όλες εκείνες τις ενέργειες της ζωής τους που έχουν κοινωνικό χαρακτήρα, τις συνέπειές τους, καλές ή κακές, ικανές να επηρεάσουν τις συνθήκες ύπαρξης, ασφάλειας και ευημερίας των συνανθρώπων τους. Οι ενέργειες που βλάπτουν τους φίλους πρέπει να αποτρέπονται. Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα και πολλαπλασιάζονται όταν εντείνεται ο αγώνας, όπως σε περίπτωση απεργιών, όταν η ίδια η συλλογική ευθύνη μετατρέπεται σε ατομική ευθύνη και είναι θεμελιώδης.
Η συλλογική ευθύνη είναι προσιδιάζουσα στην αναρχική οργάνωση. Επιβάλλεται με την εφαρμογή των ομοσπονδιακών αρχών. Είναι άνοδος και πτώση. Αναγκάζει τα μεμονωμένα μέλη να είναι υπόλογα για τις ενέργειές τους ενώπιον της ομάδας, και αυτό ενώ η ομάδα είναι ολόκληρη υπόλογη στο κάθε μέλος. Δεν υπάρχει καμία αντίθεση μεταξύ της συλλογικής και ατομικής υπευθυνότητας. Από κοινωνικής άποψης και οι δύο ολοκληρώνονται και επεκτείνονται. Όταν μια ομάδα ή μια κολεκτίβα (σ.τ.μ.: group and collective στο αγγλικό κείμενο) παίρνει μια απόφαση που εκπηγάζει από την πρακτική εφαρμογή των αρχών της, εγκρίνοντας την ανάπτυξη μιας δραστηριότητας, κανένα από τα μέλη της δεν μπορεί να διαχωριστεί, να προτρέξει ή να δράσει με έναν τρόπο που μπορεί να βλάψει την επίτευξη του στόχου της αυτού. Ο καθένας είναι συνυπεύθυνος. Η υπευθυνότητα είναι συλλογική και κοινωνική. Η απόφαση ήταν συλλογική, η ευθύνη είναι συλλογική. Η απόφαση λήφθηκε με μια αποτελεσματική και, ταυτόχρονα, ελεύθερη μορφή για όλους. Η ελευθερία δεν σημαίνει και απουσία περιορισμών. Είναι επιλογή, είναι ελεύθερη αποδοχή των κοινωνικών υποχρεώσεων. Στην οργάνωση, ο συμβιβασμός και η ευθύνη προσδιορίζονται. Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης μπορεί να επιδείξει ανευθυνότητα, ανωριμότητα, αδυναμία και άλλες πτυχές οι οποίες έχουν σχέση με την ηθική.
Όλες οι ενέργειές μας εκτίθενται στην κρίση των αξιών και των ηθικών συνεκδοχών. Καθετί που έχει παρατεθεί μέχρι τώρα έχει ηθικές εφαρμογές. Υπάρχουν σημαντικά άπειρες μελέτες για την ηθική, από την υπέρτατη σκοπιά (θρησκεία) μέχρι την υπερ-ηθική, ανήθικη, που έχει σκοπό να δικαιολογήσει τις ολοκληρωτικές θέσεις των ρατσιστών, του Κράτους, κ.λπ. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η έμφυτη ηθική, με την οποία τεκμηριώνονται οι ελευθεριακές θεωρίες, που μελετήθηκαν και υποστηρίχθηκαν από τον Proudhon και αναπτύχθηκαν από τον Kropotkin, με στερεές βάσεις, η ηθική αυτή που δέχεται μια φυσική τάξη μεταξύ των ανθρώπινων όντων, αυτή που δημιουργήθηκε με τις εντάσεις που σχηματίζονται και στοχεύουν στην προστασία της, επειδή στην πραγματικότητα όλες οι ηθικές δημιουργούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο και για τα ενδιαφέροντα για τα οποία δημιουργήθηκαν. Γι’ αυτό, εάν η κοινωνία πρόκειται να οργανωθεί κάτω από απλές και φυσικές βάσεις, θα διαμορφώσει την ηθική της κατά φυσικό τρόπο, όχι μόνο ως ανάγκη, αλλά επειδή οι άνθρωποι γνωρίζουν του να επιλέξουν. Επομένως, οι άνθρωποι, όταν ενώνονται για έναν κοινό σκοπό, σύντομα θα μάθουν να αντλούν από τη δική τους οργάνωση τους σωστούς (ρυθμισμένους) κανόνες και εκείνες τις αρχές που θα τους επιτρέψουν να επιτύχουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον σκοπό που οραματίζονται. Καθώς κάποιος έχει επαληθεύσει διαμέσου της ιστορίας την αδιάκοπη διαπάλη μεταξύ της ελευθερίας και του απολυταρχισμού και σε όλα τα κινήματα που επιζητούν την κοινωνική υπέρβαση. Υπό αυτήν τη μορφή, η αναρχική οργάνωση αναπτύσσει την ηθική της, συγκροτείται με το καθήκον να είναι η κατάλληλη, καθώς όλη η ηθική δράση είναι ικανή να ματαιωθεί. Η ανήθικη δράση για τον αναρχικό είναι κάτι που προσβάλλει το μέτρο της οργάνωσης. Και το σθένος, η ανάπτυξη, οι μεγάλες δυνατότητες του αναρχικού προτάγματος εξαρτούνται πλήρως από τη συνοχή της ηθικής του.
* O Jaime Cubero είναι αναρχικός, μέλος του Centro de Cultura Social (Κέντρο Κοινωνικής Κουλτούρας) του Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στα πορτογαλικά στο www.anarkismo.net και μεταφράστηκε στα αγγλικά και δημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό φυλλάδιο από την νοτιοαφρικανική Zabalaza, κυκλοφορώντας και στην ιστοσελίδα της www.zabalaza.net Ελληνική μετάφραση «ούτε θεός-ούτε αφέντης» αρχές Απρίλη 2008.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Απάντηση στον Νέστωρα Μάχνο-Errico Malatesta

Αγαπητέ σύντροφε
Είδα τελικά το γράμμα που μου έστειλες πριν από τουλάχιστον ένα χρόνο, σχετικά με τη κριτική μου στο Σχέδιο για την οργάνωση μιας Γενικής Ένωσης των αναρχικών, το οποίο εκδόθηκε από μια ομάδα Ρώσων αναρχικών του εξωτερικού, γνωστού στο κίνημά μας με το όνομα «Πλατφόρμα».
Γνωρίζοντας την κατάστασή μου όπως εσύ, θα έχεις αναμφίβολα καταλάβει γιατί δεν απάντησα.
Δεν μπορώ να πάρω μέρος όπως θα ήθελα στη συζήτηση των ζητημάτων που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, επειδή η λογοκρισία με εμποδίζει από το να λαμβάνω είτε τις εκδόσεις που είναι αξιοσημείωτα ανατρεπτικές είτε τα γράμματα τα οποία ασχολούνται με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και μόνο μετά από μεγάλα διαστήματα και από τυχαία συμβάντα ακούω την μακρινή ηχώ αυτών που οι σύντροφοι λένε και κάνουν. Έτσι, ήξερα ότι η «Πλατφόρμα» και η κριτική μου σε αυτήν έχουν συζητηθεί ευρύτατα, αλλά γνώριζα ελάχιστα ή τίποτα από αυτά που είχαν ειπωθεί• και το γράμμα σου είναι το πρώτο γραπτό κείμενο για το θέμα που έχω καταφέρει να δω.
Αν μπορούσαμε να αλληλογραφούμε ελεύθερα, θα σου ζητούσα, πριν μπούμε στη συζήτηση, να διευκρινήσεις τις απόψεις σου οι οποίες, ίσως λόγω ατελούς μετάφρασης των Ρωσικών στα Γαλλικά, μου φαίνονται να είναι κάπως δυσνόητα. Αλλά καθώς τα πράγματα έχουν όπως έχουν, θα απαντήσω σε ό,τι έχω καταλάβει, και ελπίζω ότι θα έχω αργότερα τη δυνατότητα να δω την απάντησή σου.
Εκπλήσσεσαι που δεν αποδέχομαι την αρχή της συλλογικής ευθύνης, η οποία πιστεύεις ότι είναι μια θεμελιώδης αρχή η οποία οδηγεί, και πρέπει να οδηγεί, τους επαναστάτες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.
Από την πλευρά μου, αναρωτιέμαι τι μπορεί να σημαίνει η έννοια αυτή της συλλογικής ευθύνης από τα χείλη ενός αναρχικού.
Ξέρω ότι οι στρατιωτικοί έχουν τη συνήθεια να αποδεκατίζουν ομάδες επαναστατών στρατιωτών ή στρατιωτών που έχουν συμπεριφερθεί άσχημα απέναντι στον εχθρό πυροβολώντας τον χωρίς διακρίσεις. Ξέρω ότι οι αρχηγοί του στρατού δεν έχουν ηθικούς δισταγμούς για να καταστρέψουν χωριά ή πόλεις και να σφάξουν ολόκληρους πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, επειδή κάποιος προσπάθησε να κάνει αντίσταση στους εισβολείς. Γνωρίζω ότι μέσα στους αιώνες οι κυβερνήσεις έχουν με διάφορους τρόπους απειλήσει και εφαρμόσει το σύστημα της συλλογικής ευθύνης για να σταματήσουν εξεγέρσεις, να απαιτήσουν φόρους κλπ. Και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα ήταν ένα αποτελεσματικό μέσο εκφοβισμού και καταπίεσης.
Αλλά πώς μπορούν άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονται για ελευθερία και δικαιοσύνη να μιλούν για συλλογική ευθύνη όταν μπορούν μόνο να ενδιαφερθούν με ηθική ευθύνη, είτε ακολουθεί φυσική τιμωρία είτε όχι;!!!
Αν, για παράδειγμα, σε μια σύγκρουση με μια ένοπλη εχθρική δύναμη ο διπλανός μου δράσει ως δειλός, ίσως κάνει κακό σε μένα και σε όλους, αλλά η ντροπή μπορεί να είναι μόνο δική του γιατί έχασε το κουράγιο να διατηρήσει τον ρόλο που ανέλαβε. Αν σε μια συνομωσία ένας συνωμότης γίνει προδότης και στείλει τους συντρόφους του στη φυλακή, είναι οι προδομένοι υπεύθυνοι για τον προδότη;
Η «Πλατφόρμα» λέει: «Ολόκληρη η ένωση είναι υπεύθυνη για την επαναστατική και πολιτική δραστηριότητα του κάθε μέλους και κάθε μέλος θα είναι υπεύθυνο για την επαναστατική και πολιτική δραστηριότητα της Ένωσης».
Μπορεί αυτό να συμβιβαστεί με τις αρχές της αυτονομίας και της ελεύθερης πρωτοβουλίας τις οποίες πρεσβεύουν οι αναρχικοί; Λοιπόν απαντάω: «Αν η Ένωση είναι υπεύθυνη για ό,τι κάνει το κάθε μέλος της, πώς μπορεί να επιτρέψει σε κάθε ξεχωριστό μέλος της και στις διάφορες ομάδες την ελευθερία να εφαρμόσουν το κοινό πρόγραμμα με τον τρόπο που αυτές θεωρούν καλύτερο; Πώς μπορεί κάποιος να είναι υπεύθυνος για μια δράση αν δεν έχει τα μέσα να την εμποδίσει; Επομένως, η Ένωση και στο όνομά της η Εκτελεστική Επιτροπή, θα πρέπει να ελέγχει τη δράση του κάθε μέλους και να το διατάζει τι να κάνει και τι όχι• και καθώς η αποδοκιμασία μετά το γεγονός δεν μπορεί να διορθώσει μια προηγούμενα αποδεκτή ευθύνη, κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα πριν να έχει εξασφαλίσει το πράσινο φως, την έγκριση της επιτροπής. Και από την άλλη πλευρά, μπορεί ένα άτομο να αποδεχτεί ευθύνη για τις δράσεις μιας συλλογικότητας πριν γνωρίσει τι πρόκειται να γίνει και αν δεν μπορεί να την σταματήσει κάνοντας κάτι το οποίο αποδοκιμάζει;».
Αναμφίβολα αποδέχομαι και υποστηρίζω την άποψη ότι ο καθένας που συνδέεται και συνεργάζεται με άλλους για έναν κοινό σκοπό πρέπει να νιώθει την ανάγκη να συντονίσει τις δραστηριότητές τους με αυτές των συντρόφων του και να μην κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τη δουλειά των άλλων και, επομένως, τον κοινό σκοπό• και να σέβεται τις συμφωνίες οι οποίες έχουν αποφασιστεί – εκτός όταν επιθυμεί να εγκαταλείψει την συνεργασία όταν διαφορές απόψεων ή αλλαγές περιστάσεων ή διαμάχες πάνω στις προτιμούμενες μεθόδους κάνουν την συνεργασία αδύνατη ή αναποτελεσματική. Και ακριβώς όπως υποστηρίζω, αυτοί που δεν νιώθουν και δεν εφαρμόζουν αυτό το καθήκον θα πρέπει να πεταχτούν έξω από την συνεργασία.
Ίσως, μιλώντας περί συλλογικής ευθύνης, εννοείς ακριβώς αυτή την αρμονία και αλληλεγγύη που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα μέλη μιας συνεργασίας. Και αν είναι έτσι, η έκφρασή σου αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη μου, σε λάθος χρήση της γλώσσας, αλλά βασικά θα ήταν μόνο μια ασήμαντη φρασεολογική ερώτηση και η συμφωνία σύντομα θα επιτευχθεί.
Το πραγματικά σημαντικό ζήτημα που προκύπτει στο γράμμα σου αφορά τη λειτουργία («τον ρόλο») των αναρχικών στο κοινωνικό κίνημα και τον τρόπο που σχεδιάζουν να την φέρουν σε πέρας. Είναι ζήτημα βασικών αρχών, λόγος ύπαρξης του αναρχισμού και πρέπει κάποιος να είναι ξεκάθαρος στο τι εννοεί.
Ρωτάς αν οι αναρχικοί πρέπει (στο επαναστατικό κίνημα και την κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας) να αναλάβουν έναν καθοδηγητικό και, συνεπώς, υπεύθυνο ρόλο ή να περιορίσουν τους εαυτούς τους στο να είναι ανεύθυνοι βοηθοί.
Το ερώτημά σου με άφησε μπερδεμένο, επειδή στερείται ακρίβειας. Είναι δυνατό να κατευθύνεις μέσω συμβουλών και παραδειγμάτων, αφήνοντας τους ανθρώπους – έχοντας τη δυνατότητα και τα μέσα να ικανοποιούν οι ίδιοι τις ανάγκες τους – να υιοθετούν τις μεθόδους και τις λύσεις μας αν είναι, ή φαίνεται να είναι, καλύτερες από αυτές που προτείνουν και εκτελούνται από άλλους. Αλλά είναι, επίσης, δυνατό να κατευθύνεις αναλαμβάνοντας τη διοίκηση, δηλαδή με το να γίνεις μια κυβέρνηση και να επιβάλεις τις ιδέες και τα ενδιαφέροντα κάποιου με αστυνομικές μεθόδους.
Σε ποιον δρόμο θέλεις να κατευθυνθείς;
Είμαστε αναρχικοί επειδή πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση (κάθε κυβέρνηση) είναι ένα κακό, και ότι δεν είναι δυνατόν να κερδίσουμε ελευθερία, αλληλεγγύη και δικαιοσύνη χωρίς απελευθέρωση. Δεν μπορούμε, συνεπώς, να αναρριχηθούμε στην κυβέρνηση και πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να εμποδίσουμε άλλους – τάξεις, κόμματα ή άτομα – από το να πάρουν την εξουσία και να γίνουν κυβερνήσεις.
Η υπευθυνότητα των ηγετών, μια έννοια με την οποία μου φαίνεται ότι θέλεις να εγγυηθείς ότι ο λαός είναι προστατευμένος από τις καταχρήσεις και τα λάθη του, δεν σημαίνει τίποτα σε μένα. Αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν είναι πραγματικά υπεύθυνοι εκτός όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια επανάσταση, και δεν μπορούμε να κάνουμε την επανάσταση κάθε μέρα, και γενικά συμβαίνει μόνο αυτό εφόσον η κυβέρνηση έχει κάνει όσο κακό μπορούσε να κάνει.
Θα έχεις καταλάβει ότι απέχω πολύ από το να σκέφτομαι ότι οι αναρχικοί πρέπει να είναι ικανοποιημένοι με το να είναι απλοί βοηθοί άλλων επαναστατών οι οποίοι, μη όντας αναρχικοί, φυσικά φιλοδοξούν να γίνουν κυβέρνηση.
Αντιθέτως, πιστεύω ότι εμείς, οι αναρχικοί, πεπεισμένοι για την εγκυρότητα του προγράμματός μας, πρέπει να αγωνιστούμε για να αποκτήσουμε μια συντριπτική επίδραση ώστε να οδηγήσουμε το κίνημα μπροστά προς την πραγματοποίηση των ιδανικών μας. Αλλά πρέπει να κερδίσουμε αυτή την επιρροή κάνοντας περισσότερα και καλύτερα από άλλους, και θα είναι χρήσιμη μόνο αν την κερδίσουμε με αυτόν τον τρόπο.
Σήμερα πρέπει να εμβαθύνουμε, αναπτύξουμε και προπαγανδίσουμε τις ιδέες μας και να συσπειρώσουμε τις δυνάμεις μας σε μία κοινή δράση. Πρέπει να δράσουμε μέσα στο εργατικό κίνημα ώστε να προλάβουμε να μην περιοριστεί και διαφθαρεί από την αποκλειστική επιδίωξη μικρών βελτιώσεων συμβατών με το καπιταλιστικό σύστημα• και πρέπει να δράσουμε με έναν τέτοιο τρόπο που να συμβάλει στην προετοιμασία για έναν συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Πρέπει να εργαστούμε με τις ανοργάνωτες, και ίσως μη δυνάμενες να οργανωθούν, μάζες, για να ξυπνήσουμε το πνεύμα της εξέγερσης και την επιθυμία και ελπίδα για μια ελεύθερη και χαρούμενη ζωή. Πρέπει να εγκαινιάσουμε και υποστηρίξουμε όλα τα κινήματα που τείνουν να εξασθενίσουν τις δυνάμεις του Κράτους και του καπιταλισμού και να αυξήσουν το πνευματικό επίπεδο και τις υλικές συνθήκες των εργατών. Πρέπει, κοντολογίς, να προετοιμαζόμαστε, και να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας, ηθικά και υλικά, για την επαναστατική δράση η οποία θα ανοίξει τον δρόμο του μέλλοντος.
Και ύστερα, στην επανάσταση, πρέπει να πάρουμε ενεργό μέρος (αν είναι δυνατό πριν και πιο αποτελεσματικά από τους άλλους) στον θεμελιώδη υλικό αγώνα και να τον οδηγήσουμε στα έσχατα όριά του, καταστρέφοντας όλες τις καταπιεστικές δυνάμεις του Κράτους. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους εργάτες να πάρουν την κατοχή των μέσων παραγωγής (γη, ορυχεία, εργοστάσια και εργαστήρια, μέσα μεταφοράς κ.λπ.) καθώς και των αποθεμάτων των βιομηχανικών αγαθών• να οργανώσουν άμεσα, μόνοι τους, μια δίκαιη διανομή των καταναλωτικών αγαθών και, την ίδια ώρα, να προμηθεύουν προϊόντα για το εμπόριο ανάμεσα στις κομμούνες και τις περιοχές και για τη συνέχιση και ένταση της παραγωγής και όλων των χρήσιμων για το λαό υπηρεσιών. Πρέπει με κάθε δυνατό τρόπο και σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες και δυνατότητες, να προωθήσουμε τη δράση των εργατικών ενώσεων, των κοοπερατίβων, των εθελοντικών ομάδων – ώστε να εμποδίσουμε την εμφάνιση νέων εξουσιαστικών δυνάμεων, νέων κυβερνήσεων, να αντιταχθούμε σ’ αυτές βίαια αν χρειαστεί, αλλά, πάνω απ’ όλα, να τις καταστήσουμε άχρηστες. Και όπου δεν βρίσκουμε ικανοποιητική πλειοψηφία ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την επανεγκαθίδρυση του Κράτους με τους εξουσιαστικούς του θεσμούς και τα εξαναγκαστικά του σώματα, πρέπει να αρνηθούμε να πάρουμε μέρος ή να τα αναγνωρίσουμε, εξεγειρόμενοι ενάντια στην επιβολή τους και απαιτώντας πλήρη αυτονομία για τους εαυτούς μας και για όλες τις διαφωνούσες μειονότητες. Με άλλα λόγια, πρέπει να παραμείνουμε σε μια πραγματική ή δυνητική κατάσταση εξέγερσης, μη δυνάμενοι να κερδίσουμε στο παρόν, αλλά τουλάχιστον να προετοιμαζόμαστε για το μέλλον.
Αυτό είναι που εννοείς στο κομμάτι όπου λες οι αναρχικοί πρέπει να πάρουν μέρος στην προετοιμασία και επιτυχία της επανάστασης;
Απ’ ό,τι ξέρω από σένα και το έργο σου κλείνω να πιστέψω ότι έτσι είναι.
Αλλά όταν βλέπω ότι στην Ένωση την οποία υποστηρίζεις υπάρχει μία Εκτελεστική Επιτροπή για να δίνει ιδεολογική και οργανωτική κατεύθυνση στη οργάνωση προσβάλλομαι από την αμφιβολία ότι θα ήθελες, επίσης, να δεις, μέσα στο γενικό κίνημα, ένα κεντρικό σώμα, το οποίο, με έναν εξουσιαστικό τρόπο, θα υπαγορεύει το θεωρητικό και πρακτικό πρόγραμμα της επανάστασης.
Αν αυτό είναι σωστό απέχουμε παρασάγγες.
Η οργάνωσή σου, ή τα διοικητικά σου όργανα, ίσως αποτελούνται από αναρχικούς αλλά δεν μπορούν να γίνουν τίποτα άλλο από μια κυβέρνηση. Πιστεύοντας, με απόλυτα καλή πίστη, ότι είναι απαραίτητοι για τον θρίαμβο της επανάστασης, θα σιγουρευτούν, ως προτεραιότητά τους, ότι είναι σε καλή θέση και αρκετά δυνατοί για να επιβάλλουν τη θέλησή τους. Θα δημιουργήσουν, γι’ αυτό, οπλισμένα σώματα για την σωματική τους άμυνα καθώς και μια γραφειοκρατία για να εκτελεί τις εντολές τους και στη διαδικασία θα παραλύσουν το λαϊκό κίνημα και θα σκοτώσουν την επανάσταση.
Αυτό είναι νομίζω αυτό που συνέβη στους Μπολσεβίκους.
Εδώ είμαστε. Πιστεύω ότι το σημαντικό δεν είναι η νίκη των σχεδίων μας, των ιδεών, των ουτοπιών μας, οι οποίες σε κάθε περίπτωση χρειάζονται την επιβεβαίωση της εμπειρίας και μπορεί να τροποποιηθούν από την εμπειρία, ανεπτυγμένη και προσαρμοσμένη στις πραγματικές ηθικές και υλικές συνθήκες του χρόνου και του τόπου. Αυτό που μετράει περισσότερο είναι ότι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, χάνουν το αγελαία ένστικτα και συνήθειές τους που χιλιάδες χρόνια σκλαβιάς τους έχουν ενσταλάξει, και μαθαίνουν να σκέφτονται και να δρουν ελεύθερα. Και πάνω ειδικά σ’ αυτό το μεγάλο έργο της ηθικής απελευθέρωσης πρέπει να αφιερώσουν τους εαυτούς τους οι αναρχικοί.
Ευχαριστώ για την προσοχή που έδωσες στο γράμμα μου και, με την ελπίδα να ακούσω περισσότερα από σένα, σου στέλνω τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου.
«Il Risveglio» (Geneva),
Δεκέμβρης 1929
* Πηγή του παρόντος κειμένου: International Anarchism, μέρος της συλλογής στην ιστοσελίδα struggle. Σε αγγλική και ελληνική μετάφραση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Nestor Makhno Archive. Σε άλλη ελληνική μετάφραση περιέχεται στο βιβλίο «Η Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών» που εκδόθηκε στην Αθήνα τον Μάρτη του 2004 σε συνεργασία των εκδόσεων «Άρδην» και ομάδας συντρόφων. Διόρθωση-επιμέλεια ελληνικής μετάφρασης «ούτε θεός-ούτε αφέντης», 2 Νοέμβρη 2007.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Το παλιό και το νέο στον αναρχισμό Απάντηση στο σύντροφο Μαλατέστα-Πιορτ Αρσίνοφ

Στο αναρχικό όργανο «Le Reveil» της Γενεύης, υπό τη μορφή φυλλα-δίου, ο σύντροφος Ερρίκο Μαλατέστα δημοσίευσε ένα κριτικό άρθρο σχετικά με το Σχέδιο της Οργανωτικής Πλατφόρμας, που εξε¬δόθη από την Ομάδα των Ρώσων Αναρχικών του Εξωτερικού.
Αυτό το άρθρο μας έχει προξενήσει αμηχανία και θλίψη. Ανέκαθεν πιστεύαμε - και ακόμη πιστεύουμε - ότι η ιδέα ενός οργανωμένου αναρχισμού θα συναντούσε σφοδρές αντιδράσεις στις τάξεις των οπαδών του χάους (που είναι πολυάριθμοι στον αναρχικό χώρο). Ο λόγος είναι ότι αυτή η ιδέα υποχρεώνει όλους τους αναρχικούς που συμμετέχουν στο κίνημα να είναι υπεύθυνοι, ενώ εγείρει και τις έννοιες του καθήκοντος και της σταθερότητας, Έως τώρα, η αγαπη¬μένη αρχή με την οποία γαλουχήθηκαν οι περισσότεροι αναρχικοί θα μπορούσε να εξηγηθεί από το ακόλουθο αξίωμα: «Κάνω ό,τι θέλω, δεν λογαριάζω τίποτα». Είναι απολύτως φυσικό το γεγονός ότι οι αναρχικοί αυτού του είδους, διαποτισμένοι με τέτοιες αρχές, είναι σφόδρα εχθρικοί σε κάθε ιδέα περί οργανωμένου αναρχισμού και συλλογικής υπευθυνότητας.
Αυτή η αρχή είναι άγνωστη στον σύντροφο Μαλατέστα• γι' αυτό το λόγο, το κείμενό του προκαλεί τέτοια αντίδραση εκ μέρους μας. Μας προξενεί αμηχανία, επειδή είναι ένας «βετεράνος» του διεθνούς αναρχισμού• ωστόσο, δεν έχει κατανοήσει το πνεύμα της Πλατφόρ¬μας, τον ζωτικό χαρακτήρα και την επικαιρότητά της, που εμφορού¬νται από τις απαιτήσεις της επαναστατικής εποχής που διανύουμε. Μας προξενεί όμως και θλίψη, διότι, μένοντας πιστός στο δόγμα το εγγενές στη λατρεία της ατομικότητας, έχει θέσει εαυτόν (ας ελπί¬σουμε ότι αυτό συμβαίνει μόνο προσωρινά) ενάντια στο καθήκον που προβάλλει ως το απαραίτητο στάδιο για τη διεύρυνση και την εξωτερική ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος. Στο άρθρο του, ευθύς εξ αρχής, ο Μαλατέστα δηλώνει ότι συμμερίζεται πολλές από τις θέσεις της Πλατφόρμας, ή ακόμη και ότι τις υποστηρίζει, με τις ιδέες που εκθέτει. Συμφωνεί με την παρατήρηση ότι οι αναρχικοί δεν είχαν και δεν έχουν πολιτική επιρροή στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα, λόγω της έλλειψης μιας σοβαρής και δραστήριας οργάνωσης.
Οι αρχές που υιοθετεί ο σύντροφος Μαλατέστα ανταποκρίνονται στις βασικές θέσεις της Πλατφόρμας. Θα περίμενε κανείς να έχει ομοίως εξετάσει, κατανοήσει και δεχτεί αρκετές από τις υπόλοιπες αρχές που αναπτύσσονται στο Σχέδιό μας, αφού υπάρχουν δεσμοί συνοχής και λογικής μεταξύ όλων των θέσεων της Πλατφόρμας. Εντούτοις, ο Μαλατέστα, στη συνέχεια, εξηγεί δηκτικά τη διάσταση των απόψεών του από την Πλατφόρμα. Ρωτάει εάν η Γενική Ένωση που αντικατοπτρίζεται στην Πλατφόρμα δύναται να επιλύσει το πρόβλημα της επιμόρφωσης των εργατικών μαζών. Η απάντησή του είναι αρνητική. Παραθέτει ως δικαιολογία το δήθεν εξουσιαστικό χαρακτήρα της Ένωσης, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, θα ανέπτυσσε την ιδέα της υποταγής σε διευθυντές και ηγέτες.
Πού θα μπορούσε να βασιστεί ένα τόσο δριμύ «κατηγορώ»; Στην ιδέα της συλλογικής υπευθυνότητας, που προτείνεται από την Πλατφόρμα, διαβλέπει τον κύριο λόγο για τη διατύπωση ενός τέ¬τοιου «κατηγορώ». Αδυνατεί να παραδεχθεί την αρχή σύμφωνα με την οποία η Ένωση, στο σύνολό της, θα είναι υπεύθυνη για κάθε μέλος και ότι, αντιστρόφως, κάθε μέλος θα είναι υπεύθυνο για την πολιτική γραμμή ολόκληρης της Ένωσης. Αυτό καταδεικνύει ότι ο Μαλατέστα δεν δέχεται επακριβώς την αρχή της οργάνωσης, η οποία φαντάζει σ' εμάς ως η ουσιαστικότερη, προκειμένου το αναρχικό κί¬νημα να συνεχίσει την ανάπτυξή του.
Πουθενά έως τώρα το αναρχικό κίνημα δεν έχει κατορθώσει να αποκτήσει το χαρακτήρα ενός δημοφιλούς οργανωμένου κινήμα¬τος. Ούτε κατ' ελάχιστον δεν βρίσκεται η αιτία αυτού του γεγονότος σε αντικειμενικές συνθήκες, λόγου χάρη επειδή οι εργατικές μάζες δεν κατανοούν τον αναρχισμό ή δεν ενδιαφέρονται γι' αυτόν σε μη επαναστατικές περιόδους• η αιτία της αδυναμίας του αναρχικού κινήματος βρίσκεται ουσιαστικά στους ίδιους τους αναρχικούς. Ούτε μία φορά ώς τώρα δεν έχουν αποπειραθεί να πραγματοποι¬ήσουν οργανωμένα είτε την προπαγάνδιση των ιδεών τους είτε την πρακτική τους δραστηριότητα στους κόλπους των εργατικών μαζών.
Εάν αυτό ακούγεται παράξενο στον σύντροφο Μαλατέστα, τον διαβεβαιώνουμε κατηγορηματικά ότι οι ενέργειες των πιο δραστή¬ριων αναρχικών - συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου - θεωρούν ως δεδομένο, εξ ανάγκης, έναν ατομικό χαρακτήρα - ακόμη κι αν αυτές οι ενέργειες διακρίνονται από υψηλή ατομική υπευθυνότητα, αφορούν μόνο ένα άτομο και όχι μια οργάνωση. Στο παρελθόν, τη στιγμή που το κίνημά μας γεννιόταν σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, δεν γινόταν αλλιώς• έπρεπε να μπουν τα πρώτα θεμέλια ενός μαζικού αναρχικού κινήματος - έπρεπε να γίνει μια έκκληση στις εργατικές μάζες να ασχοληθούν με την αναρχική μορφή πάλης. Κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο, ακόμη και αν επρόκειτο απλώς για το έργο μεμονω¬μένων ατόμων με περιορισμένα μέσα. Αυτοί οι αγωνιστές του αναρχισμού εκπλήρωσαν την αποστολή τους• προσέλκυσαν τους πιο δραστήριους εργάτες στις αναρχικές ιδέες. Κι αυτό ήταν μόνο η μισή δουλειά! Τη στιγμή που ο αριθμός των αναρχικών στοιχείων που προέρχονται από τις εργατικές μάζες αυξήθηκε σημαντικά, στάθηκε αδύνατο να απαγορευθεί η συνέχιση της μεμονωμένης προπαγάνδας και πρακτικής, ατομικά ή σε διασκορπισμένες ομάδες. Εάν συνεχιστεί κάτι τέτοιο, είναι δίκοπο μαχαίρι. Πρέπει να απομακρυνθούμε, ώστε να μη μείνουμε πίσω. Η γενικότερη αποσάθρωση του αναρχικού κινήματος εξηγείται ακριβώς κατ' αυτόν τον τρόπο: έχουμε ολοκληρώσει το πρώτο βήμα χωρίς να πηγαίνουμε πιο πέρα.
Αυτό το δεύτερο βήμα συνίστατο - και συνίσταται ακόμη - στην ομαδοποίηση των αναρχικών στοιχείων που προέρχονται από τις εργατικές μάζες σε μια δραστήρια συλλογικότητα, ικανή να ηγηθεί του οργανωμένου αγώνα των εργατών, με στόχο την πραγματοποίηση των αναρχικών ιδεών.
Το ερώτημα για τους αναρχικούς όλων των χωρών είναι το εξής: μπορεί το κίνημά μας να αρκεστεί στη συντήρηση, επί τη βάσει παλαιών μορφών οργάνωσης, τοπικών ομάδων δίχως καμία σύνδε¬ση μεταξύ τους, με κάθε μία να δρα εκ μέρους της, σύμφωνα με τη δική της ιδιαίτερη ιδεολογία και πρακτική; Ή, για φανταστείτε, μήπως πρέπει το κίνημά μας να καταφύγει σε νέες μορφές οργά¬νωσης, που θα το βοηθήσουν να αναπτυχθεί και να ριζώσει μέσα στις πλατιές μάζες των εργατών;
Η εμπειρία των τελευταίων 20 ετών - ειδικότερα, η εμπειρία των επαναστάσεων του 1905 και του 1917-1919 - απαντά σε αυτό το ερώ-τημα καλύτερα απ' ό,τι όλοι οι «θεωρητικοί στοχασμοί».
Κατά τη Ρωσική Επανάσταση, οι αναρχικές ιδέες κατέκτησαν τις εργαζόμενες μάζες• παρ' όλα αυτά, ο αναρχισμός ως οργανωμένο κίνημα υπέστη μια ολοκληρωτική οπισθοδρόμηση - καίτοι, από την αρχή της επανάστασης, ήμασταν στις πιο προωθημένες δέσεις του αγώνα, από την αρχή της εποικοδομητικής φάσης βρεθήκαμε ορι¬στικά έξω από τη δήθεν εποικοδομητική φάση, και συνεπώς έξω από τις μάζες. Δεν επρόκειτο απλώς για ατυχία. Αυτή η στάση πήγαζε από τη δική μας αδυναμία, τόσο από οργανωτική σκοπιά όσο και λόγω της ιδεολογικής μας σύγχυσης.
Αυτή η οπισθοδρόμηση προκλήθηκε από το γεγονός ότι, στη διάρκεια της επανάστασης, οι αναρχικοί δεν ήξεραν πώς να μετα¬δώσουν το κοινωνικό και πολιτικό τους πρόγραμμα, οπότε προσέγγισαν τις μάζες με μια κατακερματισμένη και αντιφατική προπα¬γάνδα. Δεν είχαμε σταθερή οργάνωση. Το κίνημά μας εκφράστηκε με εμπειρικές οργανώσεις, που ξεπετάγονταν από παντού, χωρίς να διεκδικούν δυναμικά αυτά που ήθελαν, και οι οποίες συχνά εξαφανί¬ζονταν, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να αφήνουν το παραμικρό ίχνος πίσω τους. Θα ήταν απελπιστικά αφελές και ανόητο να πιστέψουμε ότι οι εργάτες θα υποστήριζαν ή θα συμμετείχαν σε τέτοιες «οργανώσεις», στους κοινωνικούς αγώνες και την κομμου¬νιστική οικοδόμηση.
Έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε την ήττα του αναρχικού κινή¬ματος στα 1917-19, στη Ρωσία, στην κρατιστική καταστολή του μπολσεβίκικου κόμματος. Πρόκειται για πελώριο λάθος. Η μπολσε-βίκικη καταστολή απέτρεψε τη διεύρυνση του αναρχικού κινήματος, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά δεν ήταν το μοναδικό εμπό-διο. Ήταν μάλλον η εσωτερική αδυναμία του ίδιου του κινήματος μία από τις πρωταρχικές αιτίες αυτής της ήττας• μια αδυναμία που προ¬ήλθε από την ασάφεια και την αναποφασιστικότητα που χαρακτή¬ριζαν τις διάφορες πολιτικές διατυπώσεις αναφορικά με την οργά¬νωση και τις τακτικές.
Ο Αναρχισμός δεν είχε καμία στέρεα και συγκεκριμένη άποψη για τα ουσιαστικά προβλήματα της κοινωνικής επανάστασης - μια άποψη που ήταν αναγκαία για να ικανοποιηθεί αυτό που αναζητούσαν οι μάζες, οι οποίες γέννησαν την επανάσταση. Οι αναρχικοί εκθείαζαν την αρχή «Από τον καθένα, σύμφωνα με τις δυνατότητες του, στον καθένα, σύμφωνα με τις ανάγκες του», όμως δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την εφαρμογή αυτής της αρχής στην πράξη, αν και επέ¬τρεπαν σε ορισμένα ύποπτα στοιχεία να μετατρέψουν αυτή τη σπουδαία αρχή σε μια καρικατούρα του αναρχισμού - απλώς θυμηθείτε πόσοι ευνοήθηκαν από την οικειοποίηση, για το προσωπικό τους συμφέρον, των ωφελημάτων της συλλογικότητας. Οι αναρχικοί έκαναν συνεχώς λόγο για επαναστατική δραστηριό¬τητα των εργατών, αλλά δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν, ούτε καν υποδεικνύοντας κατά προσέγγιση τις μορφές που θα έπρεπε να λάβει αυτή η δραστηριότητα• δεν γνώριζαν πώς να ξεδιαλύνουν τις αμφίδρομες σχέσεις μεταξύ των μαζών και του δικού τους κέντρου ιδεολογικού προσανατολισμού. Έδωσαν την ώθηση στους εργάτες να αποτινάξουν το ζυγό της Εξουσίας, αλλά δεν υπέδειξαν τα μέσα για τη σταθεροποίηση και την υπεράσπιση των κεκτημένων της επα¬νάστασης. Τους έλειπε η ξεκάθαρη και ακριβής σύλληψη ενός προ¬γράμματος δράσης για πολλά άλλα προβλήματα. Αυτό τους απομά¬κρυνε από τη δραστηριότητα των μαζών και τους καταδίκασε σε κοι¬νωνική και ιστορική ανικανότητα. Σε αυτό πρέπει να αναζητήσουμε την πρωταρχική αιτία της ήττας τους στη Ρωσική Επανάσταση.
Δε χωράει αμφιβολία ότι, αν η επανάσταση ξεσπούσε σε αρκετές ευ-ρωπαϊκές χώρες, οι αναρχικοί θα είχαν υποστεί την ίδια ήττα, επει¬δή δεν είναι λιγότερο - ίσως μάλιστα είναι και περισσότερο - διχασμένοι σε επίπεδο ιδεών και οργάνωσης.
Η εν λόγω εποχή, όπου, κατά εκατομμύρια, οι εργάτες συμμετείχαν στο πεδίο της κοινωνικής πάλης, απαιτούσε άμεσες και συγκεκρι¬μένες απαντήσεις από τους αναρχικούς, σχετικά με τον αγώνα και την κομμουνιστική οικοδόμηση που θα ακολουθούσε - απαιτούσε τη συλλογική υπευθυνότητα των αναρχικών, αναφορικά με αυτές τις απαντήσεις και την αναρχική προπαγάνδα γενικότερα. Αφού δεν ανέλαβαν αυτή την υπευθυνότητα, οι αναρχικοί, όπως και κάθε άλ¬λος σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουν το δικαίωμα να προπα¬γανδίζουν με ασυνέπεια στις τάξεις των εργατικών μαζών, που πάλεψαν κάνοντας τεράστιες θυσίες και θρηνώντας αναρίθμητα θύματα.
Σε αυτό το επίπεδο, δεν πρόκειται ούτε για παιχνίδι ούτε για αντι-κείμενο ενός πειράματος. Έτσι, αν δεν έχουμε μια Γενική Ένωση Αναρχικών, δεν μπορούμε να παρέχουμε κοινές απαντήσεις σε όλα αυτά τα ζωτικά ζητήματα.
Στην αρχή αυτού του άρθρου, ο σύντροφος Μαλατέστα φαίνεται να χαιρετίζει την ιδέα της δημιουργίας μιας πλατιάς αναρχικής οργάνω¬σης• εντούτοις, απαξιώνοντας κατηγορηματικά τη συλλογική υπευ¬θυνότητα, καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση μιας τέτοιας ορ¬γάνωσης. Διότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο εάν δεν υπάρχει καμία θεωρητική και οργανωτική συμφωνία, που να αποτελεί μια κοινή πλατφόρμα όπου θα μπορούν να συναντηθούν πολυάριθμοι αγω¬νιστές. Στο μέτρο που την αποδέχονται, αυτή η πλατφόρμα πρέπει να γίνει υποχρεωτική για όλους. Εκείνοι που δεν αναγνωρίζουν αυτές τις βασικές αρχές δεν μπορούν - και άλλωστε δεν θα ήθελαν και οι ίδιοι - να γίνουν μέλη της οργάνωσης.
Κατά συνέπεια, η πρακτική δραστηριότητα ενός μέλους της οργά-νωσης θα είναι φυσικά εν πλήρη αρμονία με τη γενική δραστη¬ριότητα και, αντιστρόφως, η δραστηριότητα της οργάνωσης στο σύνολο της δεν θα μπορεί να έλθει σε σύγκρουση με τη συνείδηση και τη δραστηριότητα καθενός από τα μέλη της, εφόσον αυτά απο¬δεχθούν το πρόγραμμα πάνω στο οποίο ιδρύεται η οργάνωση.
Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τη συλλογική υπευθυνότητα: ολόκ¬ληρη η Ένωση είναι υπεύθυνη για τη δραστηριότητα κάθε μέλους, γνωρίζοντας ότι θα εκπληρώσει το πολιτικό και επαναστατικό καθή¬κον του, σύμφωνα με το πολιτικό πνεύμα της Ένωσης. Ταυτόχρονα, κάθε μέλος είναι απόλυτα υπεύθυνο για ολόκληρη την Ένωση, με τη δέσμευση ότι η δραστηριότητά του δεν θα αντίκειται στη συμφω¬νημένη από όλα τα μέλη δραστηριότητα. Αυτό δεν ισοδυναμεί με κανέναν απολύτως αυταρχισμό - όπως συμπεραίνει λανθασμένα ο σύντροφος Μαλατέστα• είναι η απόδειξη μιας συνειδητοποιημένης και υπεύθυνης κατανόησης του αγωνιστικού καθήκοντος.
Είναι ολοφάνερο ότι, καλώντας τους αναρχικούς να οργανωθούν βάσει ενός ρητού προγράμματος, δεν αφαιρούμε το ίδιο το δικαί¬ωμα των αναρχικών άλλων τάσεων να οργανωθούν όπως εκείνοι νομίζουν ότι πρέπει. Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι ότι, από τη στιγ¬μή που οι αναρχικοί θα δημιουργήσουν μια σημαντική οργάνωση, η κενότητα και η ματαιότητα των παραδοσιακών οργανώσεων θα αποκαλυφθούν.
Η αρχή της υπευθυνότητας κατανοήθηκε από τον σύντροφο Μαλατέστα με την έννοια μιας ηθικής ευθύνης ατόμων και ομάδων. Αυτός είναι ο λόγος που απλώς αποδίδει στις συνελεύσεις και στα αποτε¬λέσματα τους το ρόλο ενός είδους συζήτησης μεταξύ φίλων, οι οποίοι τελικά εκφράζουν μόνο πλατωνικές επιθυμίες.
Αυτός ο παραδοσιακός τρόπος έκφρασης του ρόλου των συνε-λεύσεων δεν ευσταθεί στη δοκιμασία της ζωής. Ουσιαστικά, ποια θα ήταν η αξία μιας συνέλευσης εάν περιλάμβανε μόνο «απόψεις» και δεν αναλάμβανε να τις πραγματοποιήσει στη ζωή; Καμία! Σε ένα πλατύ κίνημα, μία μόνον ηθική, αλλά μη οργανωτική, υπευθυνότη¬τα χάνει όλη την αξία της.
Ας έλθουμε στο ζήτημα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Πισ-τεύουμε ότι κάθε συζήτηση σχετικά με αυτό το θέμα είναι περιττή. Στην πράξη, έχει λυθεί εδώ και πολύ καιρό. Πάντοτε και παντού, με-ταξύ μας, πρακτικά προβλήματα έχουν λυθεί από την πλειονότητα των ψήφων. Είναι απολύτως κατανοητό, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης αυτών των προβλημάτων μέσα σε μια οργάνωση που θέλει να δράσει.
Σε όλες τις ενστάσεις που εγέρθηκαν ενάντια στην Πλατφόρμα, λείπει μέχρι στιγμής η κατανόηση της σημαντικότερης θέσης που περιέχει: η κατανόηση της προσέγγισής μας στο οργανωτικό πρόβ¬λημα και στη μέθοδο επίλυσής του. Ουσιαστικά, μια κατανόηση αυ¬τών είναι εξαιρετικά σημαντική και αποφασιστική για την ακριβή εκτί¬μηση τόσο της Πλατφόρμας όσο και όλης της οργανωτικής δραστη¬ριότητας της ομάδας «Dielo Truda».
Ο μοναδικός τρόπος ώστε το αναρχικό κίνημα να απομακρυνθεί από το χάος και να αναζωογονηθεί είναι μια θεωρητική και οργανω¬τική αποσαφήνιση του περιβάλλοντός μας, που να οδηγεί σε μια δι-αφοροποίηση και στην επιλογή ενός ενεργού πυρήνα αγωνιστών, επί τη βάσει ενός ομοιογενούς θεωρητικού και πρακτικού προγράμ¬ματος. Εκεί εναποτίθεται ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του κειμένου μας.
Τι εκφράζει η αποσαφήνιση αυτή και πού πρέπει να οδηγήσει; Η απουσία ενός γενικού ομοιογενούς προγράμματος υπήρξε πάντοτε μια ιδιαίτερα αξιοσημείωτη αποτυχία στο αναρχικό κίνημα• έχει συντελέσει ακόμη ώστε το τελευταίο να είναι συχνά ευπαθές, να πάσχει ανέκαθεν από αδυναμία για συνεκτική και συγκεκριμένη προ¬παγάνδα, σχετικά με τις ιδέες που πρεσβεύει και τις πρακτικές αρχές που υπεραμύνεται. Σε μεγάλο βαθμό, αντιθέτως, συχνά συμβαίνει ό,τι προπαγανδίζει μία ομάδα να δυσφημείται από μία άλλη. Και αυτό δε συμβαίνει μόνο σε Θέματα τακτικής αλλά και σε Θεμελιώδεις Θέσεις.
Ορισμένοι άνθρωποι υπερασπίζονται μια τέτοια κατάσταση, λέγον¬τας ότι έτσι εξηγείται η ποικιλία των αναρχικών ιδεών. Λοιπόν, ας το παραδεχθούμε: μα τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει αυτή η ποικιλία για τους εργάτες;
Αγωνίζονται και υποφέρουν σήμερα, τώρα, και χρειάζονται αμέσως μια συγκεκριμένη αντίληψη για την επανάσταση, που να μπορεί να τους οδηγήσει άμεσα στη χειραφέτησή τους• δε χρειάζονται μια αφηρημένη, αλλά μια ζωντανή, πραγματική, επεξεργασμένη λεπτο¬μερώς, αντίληψη, που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τους. Καθώς οι αναρχικοί συχνά πρότειναν, στην πράξη, πολυάριθμες αν¬τιφατικές ιδέες, συστήματα και προγράμματα, όπου το σημαντικό¬τερο ήταν συγγενές με το ασήμαντο ή, στην καλύτερη περίπτωση, τελείως αντιφατικό. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ευνόητος ο λόγος που ο αναρχισμός δεν μπόρεσε - και δεν θα μπορέσει ούτε στο μέλλον - να διαποτίσει τις μάζες και να γίνει ένα με αυτές, ώστε να εμπνεύσει το κίνημα για τη χειραφέτηση τους.
Διότι οι μάζες αισθάνονται την ματαιότητα των αντιφατικών εννοιών και τις αποφεύγουν ενστικτωδώς• εκτός αυτού, άλλωστε, σε μια επα-ναστατική περίοδο, δρουν και ζουν ελευθεριακά.
Σε τελική ανάλυση, ο σύντροφος Μαλατέστα νομίζει ότι η επιτυχία των Μπολσεβίκων στη χώρα τους εμποδίζει τους Ρώσους αναρχι¬κούς που εξέδωσαν την Πλατφόρμα να κοιμούνται ήσυχοι. Το λάθος του Μαλατέστα είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις εξαιρετικής σημα¬σίας συνθήκες των οποίων προϊόν είναι η Οργανωτική Πλατφόρμα, όχι μόνο για την Ρωσική Επανάσταση, αλλά και για το αναρχικό κίνημα στην επανάσταση αυτή. Τώρα, είναι αδύνατον να μη ληφθεί υπόψη αυτή η συνθήκη εάν επιθυμούμε να λύσουμε το πρόβλημα της αναρχικής οργάνωσης, όσον αφορά τη μορφή και τη θεωρητική βάση της. Είναι απαραίτητο να δούμε τη θέση του αναρχισμού στη μεγάλη κοινωνική εξέγερση του 1917. Ποια ήταν η στάση των εξε¬γερμένων μαζών απέναντι στον αναρχισμό και τους αναρχικούς; Τι εκτίμησαν σε αυτούς; Γιατί, παρ' όλα αυτά, υπέστη οπισθοδρόμηση ο αναρχισμός σε αυτή την επανάσταση; Ποια συμπεράσματα πρέπει να εξαχθούν; Όλα αυτά τα ερωτηματικά, καθώς και πολλά άλλα, πρέπει αναπόφευκτα να απασχολήσουν όσους καταπιάνονται με τα ερωτήματα που εγείρει η Πλατφόρμα. Ο σύντροφος Μαλατέστα δεν το έκανε. Ασχολήθηκε δογματικά και αφηρημένα με το εν λόγω πρόβλημα της οργάνωσης. Είναι εξαιρετικά δυσνόητο σε εμάς, που έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε όχι ως ιδεολόγο, αλλά ως αγωνιστή του πραγματικού, ενεργητικού, αναρχισμού. Αρκείται να εξετάσει σε ποιο βαθμό η τάδε ή δείνα θέση της Πλατφόρμας είναι ή δεν είναι σύμφωνη με τις παραδοσιακές αναρχικές αντιλή¬ψεις• έπειτα, τις αντικρούει θεωρώντας ότι αντιτίθενται σε αυτές τις παλιές αντιλήψεις. Αδυνατεί να διανοηθεί ότι θα μπορούσε να συμ¬βαίνει το αντίθετο - ότι θα μπορούσαν αυτές οι παλιές αντιλήψεις να είναι εσφαλμένες• και ότι αυτό κατέστησε αναγκαία την εμφάνιση της Πλατφόρμας. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν όλα τα λάθη και οι αντιφάσεις που παραθέσαμε πιο πάνω.
Επιτρέψτε μας να του καταλογίσουμε μια σοβαρότατη παράλειψη: δεν ασχολείται καθόλου με τη θεωρητική βάση ούτε με τον εποι-κοδομητικό τομέα της Πλατφόρμας, αλλά μόνο με το σχέδιο οργά-νωσης. Το κείμενό μας δεν αντικρούει απλώς την ιδέα της Σύνθεσης, όπως και την ιδέα του αναρχοσυνδικαλισμού, ως ανεφάρ¬μοστη και χρεοκοπημένη• προωθεί ακόμη το σχέδιο της ομαδοποί¬ησης ενεργών αναρχικών αγωνιστών επί τη βάσει ενός, λίγο-πολύ, ομοιογενούς προγράμματος. Ο σύντροφος Μαλατέστα όφειλε να επιμείνει συγκεκριμένα σε αυτή τη μέθοδο• παρ' όλα αυτά, σιωπηλά την παρέλειψε, όπως και τον εποικοδομητικό τομέα, καίτοι τα συμπε-ράσματά του πρόσκεινται εμφανώς στο σύνολο της Πλατφόρμας. Αυτό προσδίδει στο άρθρο του έναν αντιφατικό και ασταθή χαρακ¬τήρα.
Ο ελευθεριακός κομμουνισμός δεν μπορεί να παραμείνει στο αδιέ-ξοδο του παρελθόντος• πρέπει να το ξεπεράσει, πολεμώντας και υπερνικώντας τα ελαττώματά του. Η πραγματική όψη της Πλατφόρ¬μας και της ομάδας «Dielo Truda» έγκειται στο ότι αντιτάσσονται σε ξεπερασμένα δόγματα και έτοιμες ιδέες• αντιθέτως, πασχίζουν να φέρουν εις πέρας τη δραστηριότητά τους ξεκινώντας από τα πραγματικά και τρέχοντα γεγονότα. Αυτή η προσέγγιση αποτελεί την πρώτη προσπάθεια συγχώνευσης του αναρχισμού με την πραγ¬ματική ζωή και δημιουργίας μιας αναρχικής δραστηριότητας σε αυτή τη βάση. Μόνον έτσι μπορεί ο αναρχικός κομμουνισμός να αποσχιστεί από ένα παρωχημένο δόγμα και να ενισχύσει το ζωντανό κίνημα των μαζών.
* Δημοσιεύτηκε στην «Dielo Truda», φύλλο 30°, Μάης 1928, σελίδες 4-11. Στην ελληνική γλώσσα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Άρδην» με την συνεργασία συντρόφων από την Ομοσπονδία Αναρχικών Δυτικής Ελλάδας (ΟΑΔΕ) – αργότερα Ομοσπονδία Αναρχικών Ελλάδας (ΟΑΕ) – στην Αθήνα τον Μάρτη του 2004 (σελ. 87-98).

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Η Εξέγερση Της Κροστάνδης -Μάρραιη Μπούκτσιν

01 Μαρ, 2006
*Σαν σήμερα πριν απο 85 χρόνια* η ναυτική βάση της Κροστάνδης στο νησί Κοτλίν,
κάπου 25 μίλια έξω απ’ τις ακτές τις Πετρούπολης, υιοθέτησε ένα πρόγραμμα
πολιτικών κι οικονομικών αιτημάτων που συνίστατο σε 15 θέσεις-ένα πρόγραμμα που
βρισκόταν σε φανερή αντίθεση με τον έλεγχο του Σοβιετικού κράτους απ’ το Κόμμα των Μπολσεβίκων.
Παραθέτω το άρθρο του Μπούκτσιν που το πήρα από το βιβλίο του ιεραρχία και
κυριαρχία εκδόσεις ελεύθερος τύπος και την απόφαση των ναυτών της Κροστάνδης από
το βιβλίο της Ιντα Μετ, Η κομμούνα της Κροστάνδης, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη.

Η Εξέγερση Της Κροστάνδης
Την 1 του Μάρτη ,1921,η ναυτική βάση της Κροστάνδης στο νησί Κοτλίν, κάπου 25
μίλια έξω απ’ τις ακτές τις Πετρούπολης, υιοθέτησε ένα πρόγραμμα πολιτικών κι
οικονομικών αιτημάτων που συνίστατο σε 15 θέσεις-ένα πρόγραμμα που βρισκόταν σε
φανερή αντίθεση με τον έλεγχο του Σοβιετικού κράτους απ’ το Κόμμα των Μπολσεβίκων.
Σχεδόν αμέσως οι Μπολσεβίκοι αποκήρυξαν την εξέγερση σα μια «συνωμοσία
Λευκοφρουρών»,σα μια ακόμα δήθεν απόπειρα στη σειρά των αντεπαναστατικών
συνωμοσιών που έπληξαν το Σοβιετικό καθεστώς στη διάρκεια των τριών χρόνων του
εμφυλίου που προηγήθηκαν. Σε λιγότερο από 3 βδομάδες αργότερα, στις 17 του Μάρτη
,η Κροστάνδη καταπνίγηκε στο αίμα από μια επίθεση επίλεκτων μονάδων του Κόκκινου
Στρατού. Η εξέγερση τη Κροστάνδης ,φαινομενικά ήταν τίποτα παραπάνω από ένα
περαστικό επισόδειο της πικρής ιστορίας του εμφυλίου πολέμου. Μπορούμε όμως τώρα
να πούμε ότι η εξέγερση της Κροστάνδης σημάδεψε το οριστικό τέλος της ίδιας της
Ρώσικης επανάστασης. Πραγματικά ,ο χαρακτήρας κι η σημασία της εξέγερσης ήταν
μοιραίο ν’ αποτελέσουν θέματα οξύτατων αντιμαχιών μέσα στους κόλπους της
διεθνούς αριστεράς ,στα χρόνια που έμελλε ν’ ακολουθήσουν. Σήμερα, παρόλο που
έχει εμφανιστεί μια ολόκληρη νέα γενιά επαναστατών-μια γενιά που είναι εντελώς
απληροφόρητη για τα γεγονότα αυτά-το «πρόβλημα της Κροστάνδης» δεν έχει χάσει
τίποτα από την σημασία του και την οξύτητα του. Γιατί η εξέγερση τηε Κροστάνδης
έβαλε πολύ βασικά προβλήματα :τη σχέση ανάμεσα στις λεγόμενες «μάζες» και τα
κόμματα τα οποία ισχυρίζονται ότι μιλάνε στο όνομα τους και στη φύση του
κοινωνικού συστήματος που επικρατεί στη σημερινή Σοβιετική Ένωση. Ουσιαστικά , η
εξέγερση της Κροστάνδης παραμένει μια διαρκής πρόκληση απέναντι στη Μπολσεβίκικη
αντίληψη για την ιστορική αποστολή ενός κόμματος και στην θεώρηση της Σοβιετικής
Ένωσης σαν «εργατικό» ή «σοσιαλιστικό» κράτος.
Οι ναύτες της Κροστάνδης δεν ήταν κανένα συνηθισμένο στρατιωτικό σώμα. Ήταν οι
περίφημοι «κόκκινοι ναύτες» του 1905,1917 και του εμφυλίου πολέμου. Κατά κοινήν
ομολογία (ως ότου ν’ αναθεωρήσουν οι Μπολσεβίκοι την ιστορία μετά την εξέγερση )
οι ναύτες της Κροστάνδης θεωρούνταν σαν τα πιο πιστά και και πολιτικοποιημένα
στρατιωτικά στοιχεία του νεοεγκαθιδρυμένου Σοβιετικού καθεστώτος. Η ασθενική
απόπειρα του Τρότσκυ να διασύρει τη ν υπόληψη τους στα μετέπειτα χρόνια,
υπαινισσόμενος ότι «νέα» κοινωνικά στρώματα (πιθανόν αγρότες)είχαν
αντικαταστήσει τους αυθεντικούς κόκκινους ναύτες(πιθανόν εργάτες) στην Κροστάνδη
,στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, δεν αξίζει ούτε την περιφρόνηση μας.
Ανεξάρτητα απ’ το αν οι κάτοικοι της ήταν «εργάτες» ή «αγρότες»-και τα δυο είδη
υπήρχαν σε ποικίλους αριθμούς στη ναυτική βάση – η Κροστάνδη υπήρξε από παλιά η
εστία της επανάστασης. Οι ζωντανές της παραδόσεις κι η στενή της επαφή της με
την «Κόκκινη Πετρούπολη», χρησίμεψαν στο να μεταβάλουν σ’ επαναστάτες ανθρώπους
από’ όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Σ την πραγματικότητα, η Κροστάνδη είχε
εξεγερθεί σαν αποτέλεσμα ενός απεργιακού κινήματος που ξέσπασε στην Πετρούπολη,
μιας κοντινής εξέγερσης του προλεταριάτου της Πετρούπολης. Δεν μπορεί να
τονιστεί υπερβολικά το ότι τα αιτήματα των ναυτών της Κροστάνδης διατυπώθηκαν
μέσα στο φρούριο ενός απομονωμένου νησιού στον κόλπο της Φινλανδίας•
αναπτύχθηκαν σαν αποτέλεσμα της στενής επαφής ανάμεσα στη ναυτική βάση και στους
ξεσηκωμένους εργάτες της Πετρούπολης ,των οποίων τα αιτήματα εξέφραζε βασικά το
πρόγραμμα των 15 θέσεων. Όπως υποχρεώθηκε ν ’αναγνωρίσει ο Ισαάκ Ντώϊτσερ ,η
αποκήρυξη της εξέγερσης της Κροστάνδης απ’ τους Μπολσεβίκους σα «συνωμοσία
Λευκοφρουρών» ήταν απλώς αστήρικτη. Ποια ήταν αυτά τα αιτήματα; Η Ίντα Μετ τα’
αναπτύσσει με λεπτομέρεια στο βιβλίο της , «Η κομμούνα της Κροστάνδης».
Μια ματιά δείχνει ότι τα πολιτικά αιτήματα περιστρέφονταν γύρω απ΄ τη σοβιετική
δημοκρατία :νέες εκλογές στα σοβιέτ, ελευθερία του λόγου για τους Αναρχικούς και
τα Αριστερά Σοσιαλιστικά κόμματα, ελεύθερα εργατικά συνδικάτα και γεωργικές
οργανώσεις, απελευθέρωση των Αναρχικών και Σοσιαλιστών πολιτικών κρατούμενων. Τα
οικονομικά και θεσμικά αιτήματα συγκεντρώνονταν στη χαλάρωση των αυστηρών
εμπορικών περιορισμών που επιβλήθηκαν στην περίοδο του «Πολεμικού
Κομμουνισμού».Τα αιτήματα των ναυτών της Κροστάνδης αποτελούσαν το ελάχιστο όριο
που απαιτούνταν για να διασωθεί η επανάσταση απ’ τη γραφειοκρατική παρακμή και τον οικονομικό στραγγαλισμό.
Συνήθως, υπάρχουν δυο ιστορίες των επαναστάσεων. Η πρώτη αποτελεί την επίσημη
ιστορία , μια ιστορία που παραγνωρίζει τις συγκρούσεις ανάμεσα στα κόμματα ,τις
φράξιες και τους «ηγέτες».Η άλλη ,με τα λόγια του ρώσου αναρχικού Βολίν, μπορεί
να ονομαστεί η «άγνωστη επανάσταση» -οι σπάνια γραπτές εκθέσεις για την
ανεξάρτητη ,δημιουργική δράση των επαναστατημένων ανθρώπων Οι Μαρξιανές εκθέσεις
ταξινομούνται , σ’ ένα βαθμό που προκαλεί κατάπληξη, στην επίσημη μορφή
ιστοριογραφίας: οι λαϊκές πτυχές διαστρεβλώνονται συχνά για να συμφωνούν μ’ ένα
προκαθορισμένο κοινωνικό πλαίσιο. Οι εργάτες έχουν σταθερά αναλάβει τον ιστορικό
τους «ρόλο»,οι αγρότες ένα δικό τους «ρόλο»,οι διανοούμενοι και τοΚόμμα τους
δικούς τους «ρόλους».η ζωτική , συχνά αποφασιστική, δραστηριότητα των λεγόμενων
, «μεταβατικών τάξεων»,όπως οι εργάτες που έχουν αγροτική καταγωγή ή τα
ντεκλασσέ στοιχεία, συνήθως αγνοούνται. Χάρη στην υπεραπλουστευμένη κακοποίηση
του της κοινωνικής πραγματικότητας, αυτός ο τύπος ιστοριογραφίας αφήνει ολότελα
ανεξήγητες πολλές κρίσιμες πλευρές των παλιών και σημερινών επαναστάσεων. Τα
γεγονότα αποκτούν μιαν ακαδημαϊκή μορφή που συναρμολογείται από προγράμματα ,
ιδεολογικές συγκρούσεις και ,φυσικά, από πανταχού παρόντες «ηγέτες».
Στην εξέγερση της Κροστάνδης .οι «μάζες» είχαν το θράσος να μπουν ξανά στην
ιστορική σκηνή ,όπως πραγματικά το έκαναν 4 χρόνια νωρίτερα το Φλεβάρη και τον
Οκτώβρη .Στην πραγματικότητα, η εξέγερση σημάδεψε το αποκορύφωμα και το τέλος
του λαϊκού κινήματος στη Ρωσική επανάσταση-ένα κίνημα στο οποίο το Μπολσεβίκικο
κόμμα δεν είχε βασικά εμπιστοσύνη και που ξεδιάντροπα χειραγώγησε. Η ανατροπή
του Τσαρισμού το Φλεβάρη του 1917-μια αυθόρμητη επανάσταση στην οποία κανένα απ’
τα Σοσιαλιστικά κόμματα και φράξιες δεν έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο –άνοιξε το
δρόμο για ένα σαρωτικό λαϊκό κίνημα .Έχοντας συντρίψει αιωνόβιους θεσμούς μέσα
σε λίγες μέρες , οι αγρότες και οι εργάτες άρχισαν να δημιουργούν με δική τους
πρωτοβουλία νέες, ολότελα επαναστατικές, φόρμες. Οι ιστορικές εκθέσεις για την
επανάσταση σπάνια μας λένε ότι στις πόλεις ,οι πιο σημαντικές απ’ αυτές δεν ήταν
τα Σοβιέτ μάλλον οι εργοστασιακές επιτροπές: εργατικά σώματα που δημιουργήθηκαν
κι ελέγχονταν απ’ τις συνελεύσεις των εργατών στον τόπο δουλειάς. Στα χωριά
εκείνα που χαρακτηρίζονται συνήθως σα «σοβιέτ» αντιστοιχούσαν περισσότερο με
τοπικές επιτροπές αγροτών ,που βασίζονταν στις λαϊκές συνελεύσεις .Και στις δυο
περιπτώσεις οι επιτροπές ήταν πραγματικά οργανικά κοινωνικά σώματα, κατάλληλα να
διευθύνουν άμεσες δημοκρατικές φόρμες. Αντίθετα, τα περιφερειακά σοβιέτ ήταν βασικά κοινοβουλευτικά σώματα, δομημένα σαν έμμεσες ή «αντιπροσωπευτικές» λεγόμενες πολιτικές ιεραρχίες. Αυτά κατέληγαν σε απομακρυσμένα εθνικά συνέδρια των σοβιέτ , τα οποία έλεγχε μια εκλεγμένη εκτελεστική επιτροπή.
Η κοινωνική ιστορία της επανάστασης περιστράφηκε γύρω απ’ τη μοίρα των
εργοστασιακών επιτροπών και των συνελεύσεων των χωριών ,όχι απλώς γύρω απ’ τους
συγκρουόμενους στρατούς και τις διαμάχες ανάμεσα στους Μπολσεβίκους και στους
πολιτικούς τους αντιπάλους . Οι εργοστασιακές επιτροπές απαίτησαν και ,για ένα
σύντομο χρονικό διάστημα ,απόκτησαν πλήρη έλεγχο πάνω στη βιομηχανική διαδικασία
.Ο Λένιν δεν τους είχε καμία εμπιστοσύνη μετά τον Οκτώβρη. Όχι αργότερα απ’ το
Γενάρη του 1919,δύο μόνο μήνες μετά τη «νομοθετική θέσπιση»του εργατικού ελέγχου
στα εργοστάσια ,ο ηγέτης των Μπολσεβίκων κινήθηκε ενεργώντας σε ανοιχτή αντίθεση
με τις επιτροπές. Κατά τη γνώμη του Λένιν ,η επανάσταση απαιτούσε «για χάρη
ακριβώς των ίδιων των συμφερόντων του σοσιαλισμού ,όπως οι μάζες υπακούουν τυφλά
στη θέληση της εργασιακής διαδικασίας.».Έτσι οι επιτροπές απογυμνώθηκαν από
οποιαδήποτε λειτουργία μέσα στη βιομηχανική διαδικασία , σ’ ένα αυξανόμενο βαθμό
, οι εξουσίες τους μεταβιβάστηκαν στο συνδικάτο και τελικά οι εξουσίες του
συνδικάτου μεταφέρθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια διευθυντών , που είχαν
διοριστεί απ’ το κράτος. Ο εργατικό έλεγχος αποκηρύχθηκε με οξύτητα όχι μόνο σαν
«ανεπαρκής», «χαοτικός», και «ανεφάρμοστος» ,αλλά και σα «μικροαστικός» και σαν
«αναρχοσυνδικαλιστική παρέκκλιση». Στην επαρχία ,η πολιτική των Μπολσεβίκων
σημαδεύτηκε από μια δυσπιστία απέναντι στις συνεργατικές και τις κομμούνες – κι
από μια επέκταση της βίαιης επίταξης τροφίμων. Όπως έχω δείξει αλλού ,η
προτιμούμενη απ’ το Λένιν περισσότερο «σοσιαλιστική» μορφή γεωργικής επιχείρησης
αντιπροσωπευόταν από το Κρατικό Αγρόκτημα : δηλαδή , ένα γεωργικό εργοστάσιο στο
οποίο το κράτος κατείχε την ιδιοκτησία της γης και των γεωργικών εργαλείων ,διορίζοντας διευθυντές οι οποίοι προσελάμβαναν χωρικούς , που πληρώνονταν σε ημερομίσθια βάση. Στα 1920 ,οι Μπολσεβίκοι είχαν απομονωθεί ολότελα απ’ την εργατική τάξη και την αγροτιά , ένα γεγονός που ο Λένιν αναγνώρισε ανοιχτά.
Ακόμα και τα σοβιέτ είχαν συρρικνωθεί σε ένα πολιτικό κύτταρο ,απογυμνωμένο από
κάθε περιεχόμενο. Η πολιτική ζωή ,η δημόσια έκφραση κι η λαϊκή δραστηριότητα
είχαν ακινητοποιηθεί. Η Τσεκά , η μυστική αστυνομία που είχε ιδρυθεί απ’ τον
Τζερίνσκυ , γέμιζε τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως μ’ επαναστάτες
που αντιτίθονταν στο καθεστώς. Οι πιο δυνατοί ρήτορες των ανεξάρτητων σοβιετικών
κομμάτων κι ομάδων εκτελούνταν , σε ολοένα αυξανόμενους αριθμούς , για την απλή
και μόνο έκφραση αντίθετων απόψεων. Οι πολιτικές που διαμορφώθηκαν κάτω απ’ την
υπαγόρευση του «Πολεμικού Κομμουνισμού», δημιούργησαν στις πόλεις σχεδόν
συνθήκες λιμού, με το μπλοκάρισμα ουσιαστικά κάθε ανταλλαγής ανάμεσα στην πόλη
και στην επαρχία και με την επιβολή πιο απαιτητικών επιτάξεων πάνω στην αγροτιά . Οι εργάτες κι οι αγρότες μπορεί να νίκησαν στον εμφύλιο πόλεμο , αλλά αυτό που είναι απόλυτα βέβαιο είναι ότι έχασαν την επανάσταση.
Μόνο μέσα σ’ αυτό το πολιτικό κι οικονομικό πλαίσιο μπορούμε να καταλάβουμε τις
απεργίες που σάρωσαν την Πετρούπολη το Φλεβάρη του 1921 και την εξέγερση των
ναυτών της Κροστάνδης .Η φωνή της Κροστάνδης ζητούσε μια «Τρίτη Επανάσταση των
ανθρώπων του μόχθου», όχι μια αντεπανάσταση για την παλινόρθωση του παρελθόντος.
Συντρίβοντας την εξέγερση , οι Μπολσεβίκοι κατόρθωσαν όχι μόνο να εμποδίσουν μια
τρίτη επανάσταση , αλλά και να ανοίξουν τον δρόμο ,για το Σταλινικό καθεστώς. Αργότερα, η ιστορία έμελλε να πάρει τη δική της άγρια εκδίκηση: πολλοί απ’ τους Μπολσεβίκους , που είχαν παίξει κάποιο ρόλο στην καταστολή της Κροστάνδης ,έμελλε να πληρώσουν με την ίδια τους τη ζωή στις αιματηρές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ’30.
Η βασική αξία του έργου της Μετ είναι η οπτική του λαϊκού κινήματος , που μας
προσφέρει , ένα κίνημα απ’ το οποίο εξαρτιέται το αποτέλεσμα όλων των
επαναστατικών εκρήξεων. Οδηγούμαστε απ’ τα συνέδρια του Κόμματος και των σοβιέτ
,απ’ τους «ηγέτες» και τις πολεμικές φράξιες ,μέσα στην ίδια ακριβώς την ψυχή
της επαναστατικής διαδικασίας. Αποκτούμε μια αίσθηση των πολιτικών ιδεών που
κυκλοφορούν στους δρόμους και στους στρατώνες• μεταφερόμαστε στις μοριακές
διαδικασίες του κινήματος στη βάση• ερχόμαστε σε επαφή με το θαυμαστό πνεύμα του
λαϊκού αυτοσχεδιασμού , τον ενθουσιασμό και την ενεργητικότητα που σημαδεύουν τον επαναστατημένο λαό που έχει κινητοποιηθεί .Γι αυτούς τους λόγους, ναι γι αυτούς και μόνο,το σύντομο έργο της Μετ αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά ,γιατί εκείνο που διακυβεύεται στην έκθεση της είναι για την Κροστάνδη δεν είναι μόνο η Ρώσικη επανάσταση αλλά κι η ίδια ακριβώς η ιδέα της επανάστασης καθαυτής.
Το Μπολσεβίκικο κόμμα δεν «έκανε» τη Ρώσικη επανάσταση• κυριάρχησε πάνω στην
επανάσταση κι έτσι τη στραγγάλισε. Αν και δεν έπαιξε κανένα ρόλο το Φλεβάρη του
1927, όταν ανατράπηκε ο Τσαρισμός, τον Οκτώβρη ,8 μήνες αργότερα ,το κόμμα
ανέλαβε την εξουσία για τον εαυτό του ,όχι για λογαριασμό των σοβιέτ ή των
εργοστασιακών επιτροπών. Δε χωράει αμφιβολία πως οι συνειδητές επαναστατικές
οργανώσεις ήταν απαραίτητες στα 1917 ,ή τουλάχιστον, ενεργητικές ομάδες
επαναστατών. Το πραγματικό πρόβλημα ,όμως ,ήταν το αν αυτές οι ομάδες μπορούσαν
να διαλυθούν μέσα στις κοινωνικές φόρμες που δημιούργησε ο επαναστατημένος λαός(είτε ήταν εργοστασιακές επιτροπές ή σοβιέτ) ή αν μετατράπηκαν σε μια ξεχωριστή εξουσία πάνω σ ’αυτές τις κοινωνικές φόρμες, χειραγωγώντας και τελικά καταστρέφοντας τες. Το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ανίκανο απ ’την ίδια του τη δομή , ν’ ακολουθήσει την πρώτη κατεύθυνση• η ιεραρχική , συγκεντρωτική δομή του , για να μη μιλήσουμε για τη νοοτροπία των ηγετών του ,είχε απλώς μετατρέψει το κόμμα σ’ ένα είδωλο του αστικού κρατικού μηχανισμού, την ανατροπή του οποίου διεκδικούσε.
Στη διάρκεια των αντιμαχιών που έμελλε να καθορίσουν τη μοίρα των εργοστασιακών
επιτροπών , ο αριστερός κομμουνιστής Οσσίνσκυ προειδοποίησε το κόμμα του: «Ο
Σοσιαλισμός κι η σοσιαλιστική οργάνωση πρέπει να οικοδομηθούν απ ‘το ίδιο
προλεταριάτο ,διαφορετικά δε θα οικοδομηθούν ποτέ• στη θέση τους θα οικοδομηθεί
κάτι άλλο-ο κρατικός καπιταλισμός»
Αυτή η προειδοποίηση που έγινε στις πρώτες μέρες της επανάστασης , υπήρξε προφη
τική. Θα ταν ολότελα παράλογο το να υποστηρίξουμε ότι μπορεί να θεωρηθεί σαν
«εργατικό κράτος» ένας κρατικός μηχανισμός που στερεί τους εργάτες από
οποιοδήποτε έλεγχο πάνω στη κοινωνία .Στη πραγματικότητα ,ως τα 1917 ,όλες οι
βασικές φράξιες του Ρωσικού Μαρξιστικού κινήματος πίστευαν ότι η Ρωσία
αντιμετώπιζε μια αστική επανάσταση. Πέρα απ’ τις οργανωτικές αντιλήψεις οι
διαφωνίες ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους μενσεβίκους περιστρέφονταν
πρωταρχικά γύρω απ’ τον πολιτικό ρόλο των εργατών και των αγροτών στην
επερχόμενη αναταραχή .Ζητώντας μια «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και
της αγροτιάς»,οι Μπολσεβίκοι ζητούσαν βασικά από τους καταπιεζόμενους ένα
πολιτικά κυρίαρχο ρόλο. Οι Μενσεβίκοι ,με τη σειρά τους ,υιοθέτησαν βασικά την
άποψη ότι η Ρωσία χρειαζόταν μια δημοκρατική ,κοινοβουλευτική δημοκρατία, την
οποία θα κυβερνούσαν τα αστικά κόμματα. Καμιά απ’ τις δυο σοσιαλδημοκρατικές
φράξιες δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι πως η καθυστερημένη ,αγροτική
Ρωσία ήταν προετοιμασμένη για μια «προλεταριακή δικτατορία» κι ακόμα λιγότερο
για σοσιαλισμό. Η επιτυχία της επανάστασης του Φλεβάρη ,όμως έκανε το Λένιν να
αλλάξει στάση ,αναφορικά με τη θέση του υπέρ μιας «προλεταριακής
δικτατορίας»,μια τοποθέτηση που εκφράζεται με το περίφημο σύνθημα : «Όλη η
εξουσία στα σοβιέτ!».Όσο σημαντική κι αν υπήρξε αυτή η στροφή , δεν ήταν
εδραιωμένη σε καμία πεποίθηση του Λένιν ,πως η Ρωσία ήταν ξαφνικά έτοιμη για ένα
«εργατικό κράτος».Ακριβώς το αντίθετο:Ο Λένιν έβλεπε μια «προλεταριακή
επανάσταση» στη Ρωσία ,πρωταρχικά ,σαν ένα ερέθισμα για το ξέσπασμα
σοσιαλιστικών επαναστάσεων στις βιομηχανοποιημένες ,συντριμμένες απ’ τον πόλεμο,
χώρες της Δύσης κι ιδιαίτερα στη Γερμανία .Για τον Λένιν , ο πόλεμος είχε ανοίξει την προοπτική του ξεσπάσματος επαναστάσεων στο εξωτερικό-επαναστάσεις που θα μπορούσε να τους δώσει το έναυσμα μια «προλεταριακή επανάσταση» στη Ρωσία! Σε καμία περίπτωση δεν αυταπατόταν πως ένα «εργατικό κράτος» ή ο «σοσιαλισμός», μπορούσαν να οικοδομηθούν μέσα στα όρια μιας χώρας όπου την πρωτοκαθεδρία κατείχε η γεωργία.
Η ήττα της εξέγερσης του Σπάρτακου στο Βερολίνο ,το Γενάρη του 1919, άφησε τη
ρωσική επανάσταση ολότελα απομονωμένη. Ξέχωρα από την πομπώδη φρασεολογία του
νέου Σοβιετικού καθεστώτος, παρά τις κόκκινες σημαίες του και τη φανερή
εχθρότητα των παραδοσιακών αρχουσών τάξεων ,στο εσωτερικό και στο εξωτερικό,
απέναντι του, παραμένει αληθινό το γεγονός ότι η επανάσταση οπισθοδρομούσε σ’
ένα αστικό επίπεδο, σ’ ένα αυξανόμενο βαθμό , γιατί ήταν αδιανόητο να μπορούσε
να προχωρήσει πέρα απ’ τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις ,μια απομονωμένη
,οικονομικά υποανάπτυκτη χώρα, που πολιορκούνταν από κάθε μεριά από πολιτικούς
εχθρούς. Αλλά ποια μορφή καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων δημιούργησε η
Οκτωβριανή επανάσταση; Αυτό έμελλε να παραμείνει ένα μπερδεμένο πρόβλημα. Η
επανάσταση είχε εξάλειψη την παραδοσιακή Ρωσική αστική τάξη και πολλούς απ’ τους
πολιτικούς της θεσμούς. Είχε εθνικοποιήσει την γη κι ολόκληρη τη βιομηχανία, μια
πράξη που δεν είχε κανένα προηγούμενο στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή ιστορία .Αργότερα
,το σοβιετικό καθεστώς έμελλε να εισαγάγει την «σχεδιασμένη παραγωγή».Όλες αυτές
οι αλλαγές στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα θεωρούνταν σαν ασυμβίβαστες με τον καπιταλισμό, παρόλο που ο Ένγκελς ,στο Αντιντύρινγκ ,είχε παίξει μηχανικά με τη θεωρητική πιθανότητα ότι θα μπορούσαν να συμβούν μέσα σ’ ένα αστικό πλαίσιο.
Τα προβλήματα που γέννησε η Οκτωβριανή επανάσταση περιπλέχθηκαν παραπέρα απ’ την
ορολογία των ίδιων των μπολσεβίκων. Ο Λένιν είχε περιγράψει ποικιλόμορφα το
σοβιετικό κράτος σαν «κρατικοκαπιταλιστικό», «εργατικό κράτος» κι «αγροτικό
κράτος με γραφειοκρατικές διαστρεβλώσεις», ακολουθούμενος απ’ την ηλίθια
περιγραφή του Τρότσκυ για την Σταλινική δικτατορία σαν ένα «εκφυλισμένο εργατικό
κράτος». Ο Λένιν επίσης περιέπλεξε το πρόβλημα περιγράφοντας ωμά το σοσιαλισμό
σαν «τίποτα παραπάνω από ένα κρατικοκαπιταλιστικό μονοπώλιο που δημιουργήθηκε
για να ωφελήσει ολόκληρο τον λαό». Έτσι στα πρώτα χρόνια του Σοβιετικού καθεστώτος , ήταν δύσκολο , όχι μόνο να γίνουν παραλληλισμοί του κρατικού καπιταλισμού με αντίστοιχα του σε οποιαδήποτε άλλη καπιταλιστική χώρα , αλλά και να γίνει διάκριση ανάμεσα σ’ αυτόν και στο «σοσιαλισμό».
Σήμερα, μετά από μισό αιώνα καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχουμε ένα μεγαλύτερο
πλεονέκτημα. Μπορούμε να δούμε ότι, έκτός από τους λίγους μήνες που έλεγχαν τη
βιομηχανία οι εργοστασιακές επιτροπές, η Ρώσικη επανάσταση σε καμία περίπτωση
δεν ξεπέρασε ένα αστικό κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Η εμπορευματική
παραγωγή κι η οικονομική εκμετάλλευση ήταν μοιραίο να επικρατήσουν και μετά την
Οκτωβριανή επανάσταση στον ίδιο βαθμό που επικρατούσαν και πριν. Οι εργάτες κι οι αγρότες έμελλε να μην έχουν κανένα έλεγχο πάνω στη Σοβιετική κοινωνία , όπως ακριβώς δεν είχαν κανένα πάνω στην τσαρική κοινωνία. Ξέρουμε επίσης ότι η εθνικοποίηση της βιομηχανίας κι η σχεδιασμένη παραγωγή συμβιβάζονται τέλεια με τις αστικές κοινωνικές σχέσεις. Η ιστορική τάση του βιομηχανικού καπιταλισμού βρισκόταν πάντα προς την κατεύθυνση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου , της ανάπτυξης του μονοπωλίου, της συγχώνευσης της βιομηχανίας με το κράτος, του οικονομικού σχεδιασμού και τέλος της αυξανόμενης εξουσίας ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού πάνω στην οικονομική και πολιτική ζωή.
Είναι ειρωνικό το ότι, αν ο Τρότσκυ είχε απλώς ακολουθήσει την ίδια του την
αντίληψη, για τη «συνδυασμένη ανάπτυξη», ως τις λογικές της συνέπειες , πιθανόν
να είχε καταλάβει πώς αναπτύχθηκε αυτή η τάση στη Ρωσία. Είδε (πολύ σωστά ) ότι
η τσαρική Ρωσία , ένας νεοφερμένος στην Ευρωπαϊκή αστική ανάπτυξη , απόκτησε
αναγκαστικά τις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικές και ταξικές φόρμες αντί ν’
ανακεφαλαιώσει απ’ την αρχή ολόκληρη την αστική ανάπτυξη. Παραγνώρισε να
εξετάσει ότι η Ρωσία , συντετριμμένη από μια τρομερή εσωτερική αναταραχή, που
απογύμνωσε τις παραδοσιακές αστικές και τσιφλικάδικες τάξεις , πιθανόν
ακολουθούσε έτσι μια παράλληλη κατεύθυνση μ’ εκείνη που ακολουθούσε η
καπιταλιστική ανάπτυξη στον υπόλοιπο κόσμο- πράγμα που ήταν βέβαιο , μετά απ’
την αποστέρηση των εργατών και των αγροτών απ’ τον έλεγχο τους πάνω στα
εργοστάσια και τη γη απ’ τη νέα γραφειοκρατία. Υπνωτισμένος από’ την ανόητη
φόρμουλα «η εθνικοποιημένη ιδιοκτησία είναι αντίθετη με τον καπιταλισμό», ο
Τρότσκυ δεν κατόρθωσε να αναγνωρίσει ότι ο ίδιος ο μονοπωλιακός καπιταλισμός
τείνει να συγχωνευτεί με το κράτος με βάση τη δική του εσώτερη διαλεκτική ,που
συνεπάγεται τη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε ολοένα και λιγότερες επιχειρήσεις. Ο
παραλληλισμός που έκανε ο Λένιν ανάμεσα «σοσιαλισμό» και τον κρατικό καπιταλισμό
έγινε έτσι μια φοβερή πραγματικότητα κάτω απ’ τον Σταλιν:Μια μορφή κρατικού καπιταλισμού που δεν «ωφελεί ολόκληρο τον λαό».
Βασικά , η πηγή της σύγχυσης που αφορά τη «φύση» του κοινωνικού συστήματος στη
Ρωσία –το περίφημο «Ρώσικο ζήτημα» -βρίσκεται στην ατέλεια της Μαρξιανής
οικονομικής ανάλυσης. Γράφοντας στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Μαρξ ήταν
εξοικειωμένος μόνο με 2 φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το μερκαντιλισμό
και το «φιλελεύθερο»βιομηχανικό καπιταλισμό. Παρόλο που το κεφάλαιο σκιαγραφεί
θαυμάσια την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού μέσα από τον μερκαντιλισμό
(Σ.τ.Μ. εμποροκρατία ) η εξέταση σταματάει εκεί ακριβώς όπου πρέπει ν’ αρχίσει
από μας ,έναν αιώνα αργότερα. Μπορούμε να δούμε ότι η συγκέντρωση του κεφαλαίου
προχωρεί σε μια νέα φάση: την ανακύκληση του κεφαλαίου. Η «ελεύθερη αγορά»
μετατρέπεται σε μονοπωλιακή και τελικά σε μια αγορά που χειραγωγείται από το
κράτος. Η «αναρχία της παραγωγής», (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του
Ένγκελς) παραχωρεί τη θέση της στη διευθυνόμενη , «σχεδιασμένη» οικονομία , ένα
σύστημα προγραμματισμού που έχει δημιουργηθεί όχι μόνο για ν’ αποτρέπει τις
οικονομικές κρίσεις , αλλά και να προωθεί την συσσώρευση του κεφαλαίου. Ο
καπιταλισμός ακολουθεί τη διαλεκτική του μ’ ένα σχεδόν κλασσικό Χεγκελιανό
τρόπο: απ’ την ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία ,που εισήγαγε ο
μερκαντιλισμός, στην «ελεύθερη οικονομία», που εδραίωσε ο βιομηχανικός
καπιταλισμός και ξανά πίσω σε νεομερκαντιλιστικές μορφές , σ’ ένα νέο όμως
επίπεδο που γέννησε η τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη. Δεν θα μπορέσουμε να
περιμένουμε απ’ το Μαρξ ν’ ακολουθήσει αυτή τη διαλεκτική ως τις λογικές της συνέπειες πριν από ένα αιώνα• για μας το να αγνοήσουμε αυτό ,ένα αιώνα αργότερα , θα ’ ναι μια θεωρητική μυωπία του χειρότερου είδους.
Η ανάπτυξη προς τον κρατικό καπιταλισμό εμφανίζεται σε μια τάση στη Δύση κι
εξαιτίας πρωταρχικά των πρώιμων οικονομικών και πολιτικών μορφών ,συνεχίζει να
εξασκεί μια ισχυρή επίδραση στους κοινωνικούς θεσμούς. Παρ’ολο που φθείρονται με
γρήγορο ρυθμό, οι αντιλήψεις της «ελευθερης αγοράς» και του «κυρίαρχου ατόμου»
εξακολουθούν να διαποτίζουν τις οικονομικές σχέσεις στην Ευρώπη και την Αμερική.
Στη Ρωσία και σε πολλές περιοχές του «τρίτου κόσμου» ,όμως, ο κρατικός
καπιταλισμός παίρνει μια πιο ολοκληρωμένη μορφή, γιατί οι επαναστάσεις
μαγεύονται απ’ το παρελθόν, οδηγώντας στην καταστροφή των παλιών αρχουσών τάξεων
και θεσμών. Ο «σοσιαλισμός» με την παραδεγμένη Μαρξιανή του μορφή , τείνει να
γίνει ιδεολογία με την πιο στενή έννοια του όρου επειδή ακριβώς όπως παρατήρησε
ο Λένιν ,ένα πολύ μεγάλο μέρος απ΄ το Μαρξιανό σοσιαλισμό, μπορεί να ταυτιστεί
με τον κρατικό καπιταλισμό. Η αποδοχή του κράτους απ’ το Μαρξ – η «προλεταριακή
δικτατορία», το «σοσιαλιστικό κράτος»- γίνεται το μέσο με το οποίο το μεγάλο σοσιαλιστικό όραμα μεταμορφώνεται σ’ ένα ολότελα αντιδραστικό θέαμα : τις κόκκινες σημαίες που σκεπάζουν το φέρετρο της λαϊκής επανάστασης .
Τι θα συνέβαινε αν είχε πετύχει η Κροστάνδη ; οπωσδήποτε θα είχαμε απαλλαγεί από
μια Σταλινική ανάπτυξη, μια ανάπτυξη που μετέτρεψε ολόκληρο το παγκόσμιο
κομμουνιστικό κίνημα σ’ ένα όργανο διεθνούς αντεπανάστασης. Τελικά δεν ήταν η
Ρωσία που υπέφερε τρομακτικά, αλλά και η ανθρωπότητα σαν σύνολο. Η κληρονομιά
που μας άφησε ο Μπολσεβικισμός, με τη μορφή του Σταλινισμού, του Τροτσκισμού και
του Μαοϊσμού, έχει ανακόψει την επαναστατική σκέψη και πράξη στον ίδιο βαθμό που
το έχουν κάνει οι προδοσίες των ρεφορμιστικών πτερύγων του σοσιαλιστικού κινήματος.
Μια νίκη των ναυτών της Κροστάνδης θα μπορούσε επίσης να έχει ανοίξει μια νέα
προοπτική για τη Ρωσία-μια μεικτή κοινωνική ανάπτυξη, που θα συνδύαζε τον
εργατικό έλεγχο στα εργοστάσια .ε μια ανοικτή αγορά στα γεωργικά αγαθά ,
βασισμένη σε μια μικρής κλίμακας γεωργική οικονομία και σε εθελοντικές αγροτικές
κομμούνες. Οπωσδήποτε μια τέτοια κοινωνία στην υπανάπτυκτη αγροτική Ρωσία δε θα
μπορούσε να σταθεροποιηθεί δίχως εξωτερική βοήθεια• αλλά μια τέτοια βοήθεια θα ήταν δυνατή μόνο αν το επαναστατικό κίνημα , στην Ευρώπη και την Ασία αναπτυσσόταν ελευθέρα δίχως επεμβάσεις από μέρους της Τρίτης Διεθνούς. Ο Σταλινισμός απόκλεισε εκ των προτέρων αυτή την πιθανότητα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, όλα ουσιαστικά τα τμήματα της κομμουνιστική διεθνούς είχαν γίνει όργανα της Σταλινικής πολιτικής, που αποτελούσαν αντικείμενο αγοραπωλησίας σε αντάλλαγμα στρατιωτικών συμμαχιών με τις καπιταλιστικές δυνάμεις. Η καταστολή της Κροστάνδης το Μάρτη 1921 , υπήρξε μια πράξη απροκάλυπτης αντεπανάστασης, ο στραγγαλισμός του λαϊκού κινήματος σε μια εποχή όπου ο Λένιν, ο Τρότσκι κι άλλοι επιφανείς Μπολσεβίκοι βρίσκονταν επικεφαλείς της διακυβέρνησης του Σοβιετικού καθεστώτος. Το να μιλήσουμε όπως κάνει ο Τρότσκί για τη «συνέχεια» της Ρωσικής επανάστασης σ τη δεκαετία του ’30 , το να περιγράψουμε την γραφειοκρατία σαν φύλακα των νικών του Οκτώβρη, το ν’ αποκαλέσουμε το Σταλινισμό απλώς σαν μια «θερμιδωριανή» αντίδραση – όλα αυτά είναι καθαρές βλακείες. Δεν υπάρχει ούτε συνέχεια ούτε Θερμιδώρ• υπήρξε απλώς το κάλυμμα ενός οράματος όπου είχε στραγγαλιστεί στα 1921 κι ακόμα νωρίτερα. Η άνοδος του Στάλιν στην εξουσία τόνισε απλώς μια αντεπανάσταση που είχε αρχίσει νωρίτερα. Πολύ πριν απ’ τα 1927 , όταν εκδιώχθηκε η Τροτστκιστική αντιπολίτευση, όλες οι κοινωνικές κατακτήσεις είχαν χαθεί, στο μέτρο που αφορούσαν το Ρώσικο λαό. Απ’ αυτό προερχόταν η αδιαφορία των εργατών και των αγροτών για τα αντισταλινικά αντιπολιτευτικά ρεύματα που υπήρχαν μέσα στους κόλπους του κομμουνιστικού κόμματος.
Όλες οι προϋποθέσεις για το Σταλινισμό είχαν δημιουργηθεί με την ήττα των ναυτών
της Κροστάνδης και των απεργών της Πετρούπολης. Μπορεί να προτιμήσουμε να
θρηνήσουμε αυτά τα λαϊκά κινήματα, να τιμήσουμε τον ηρωισμό των θυμάτων, να
χαράξουμε τις προσπάθειες τους στα χρονικά της επανάστασης. Αλλά πάνω απ’ όλα η
εξέγερση της Κροστάνδης και το απεργιακό κίνημα στην Πετρούπολη πρέπει να γίνουν
κατανοητά -όπως θα καταλαβαίναμε τα διδάγματα όλων των μεγάλων επαναστάσεων- αν
θέλουμε να συλλάβουμε το περιεχόμενο της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας.


Η απόφαση των ναυτών της Κροστάνδης
ΟΙ ναύτες της Κροστάνδης ενδιαφερόμενοι φυσικά για κάθε τι που συνέβαινε στην
Πετρούπολη ,στείλανε στις 26 Φεβρουάριου αντιπροσώπους τους για να πληροφορηθούν
για τον χαρακτήρα των απεργιών. Αυτή η αντιπροσωπεία επισκέφθηκε μια ολόκληρη
σειρά εργοστάσια και ξαναγύρισε στις 28 Φεβρουαρίου στην Κροστάνδη. Την ίδια
μέρα το πλήρωμα του πολεμικού «Πετροπαυλόσκ» αφού έμαθε για την κατάσταση της
Πετρούπολης ψήφισε την ακόλουθη απόφαση:
«Αφού ακούσανε τους αντιπροσώπους στους οποίους είχε ανατεθεί από τη γενική συνέλευση των πληρωμάτων των πλοίων να πληροφορηθούν για την κατάσταση στην Πετρούπολη, οι ναύτες αποφασίζουν:
1) Δεδομένου ότι τα σημερινά σοβιέτ δεν εκφράζουν τη θέληση των εργατών και των χωρικών, να προκηρυχθούν αμέσως εκλογές για σοβιέτ με μυστική ψηφοφορία και με ελεύθερη προεκλογική προπαγάνδα. 2) ΑΠΑΙΤΟΥΝ την ελευθερία του λόγου και του τύπου για τους εργάτες και χωρικούς ,τους αναρχικούς και τα σοσιαλιστικά κόμματα της αριστεράς. 3) Την ελευθερία του συνέρχεσθαι και την ελευθερία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των ενώσεων των χωρικών. 4) Τη σύγκλιση το
αργότερο εώς στις 10 Μαρτ’ιου 1921 μιας συνδιάσκεψης των εξωκομματικών εργατών,
στρατιωτών και ναυτών ,φυλακισμένων για διάφορα εργατικά και αγροτικά κινήματα.
5) Την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων που ανήκουν σε σοσιαλιστιά
κόμματα , όπως και όλων των εργατών και χωρικών, κόκκινων στρατιωτών και ναυτών,
φυλακισμένων για διάφορα εργατικά και αγροτικά κινήματα. 6) Τη εκλογή μιας
επιτροπής για τον έλεγχο των φακέλλων των κρατουμένων στις φυλακές και στα
στρατόπεδα συγκέντρωσης. 7) Την κατάργηση όλων των Πολιτοτνιέτ (πολιτικά
τμήματα) γιατί κανένα κόμμα δεν πρέπει να έχει προνόμιο για την προπαγάνδα, ούτε
να παίρνει χρηματικές ενισχύσεις γι’ αυτό το σκοπό. Αντίς αυτά πρέπει να
δημιουργηθούν κύκλοι για την εκπολιτιστική καλλιέργεια, ενισχυόμενα με χρήματα
του κράτους. 8) Την άμεση κατάργηση όλων των αποσπασμάτων των μπλόκων. 9) Την
εξίσωση των μερίδων για όλους τους εργαζομένους, εκτός από όσους εργάζονται σε
ανθυγιεινές και επικίνδυνες εργασίες. 10) Την διάλυση των κομμουνιστικών
μαχητικών αποσπασμάτων στις στρατιωτικές μονάδες και τη την κατάργηση της
υπηρεσίας των κομμουνιστικών φρουρών στα εργοστάσια . 11) Να δοθεί στους αγρότες
πλήρης ελευθερία να διαχειρίζονται τη γη τους όπως και το δικαίωμα να έχουν ζώα, τα οποία πρέπει να φροντίζουν οι ίδιοι, δίχως να χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία. 12) Ζητάμε από όλες τις στρατιωτικές μονάδες όπως και από τους συντρόφους ευέλπιδες να ταχτούν αλληλέγγυοι με την απόφαση μας. 13) Απαιτούμε να δίνεται από τον τύπο η πιο πλατειά δημοσιότητα σε όλες τις αποφάσεις. 14) Να ορισθεί ένα κινητό γραφείο ελέγχου. 15) Να επιτραπεί ελεύθερα η βιοτεχνική παραγωγή που δεν χρησιμοποιεί μισθωτούς εργάτες.» Αυτή η απόφαση που ψηφίστηκε κατόπι από τη γενική συνέλευση των ναυτών της Κροστάνδης και από τα σώματα των κόκκινων στρατιωτών και έγινε δεκτή από τον εργατικό πληθυσμό αυτής της πόλης, αποτέλεσε το πολιτικό πρόγραμμα της εξέγερσης.
(Ιντα Μετ, Η κομμούνα της Κροστάνδης, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη)

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Απάντηση στο «Ένα σχέδιο αναρχικής οργάνωσης» -Nestor Makhno

Αγαπητέ σύντροφε Μαλατέστα,
Διάβασα την απάντησή σου στο σχέδιο για μια «Οργανωτική Πλατφόρμα της Γενικής Ένωσης Αναρχικών», ένα σχέδιο που εκδόθηκε από την ομάδα των Ρώσων αναρχικών του εξωτερικού.
Η εντύπωσή μου είναι ότι είτε παρανόησες το σχέδιο για την «Πλατφόρμα» είτε η άρνησή σου να αναγνωρίσεις την συλλογική ευθύνη στην επαναστατική δράση και την καθοδηγητική λειτουργία που πρέπει να αναλάβουν οι αναρχικές δυνάμεις, προέρχεται από μια βαθιά πεποίθηση σχετικά με τον αναρχισμό η οποία σε οδηγεί να παραβλέπεις την αρχή της υπευθυνότητας.
Αλλά, είναι μια θεμελιώδης αρχή, η οποία οδηγεί τον καθένα μας στον δρόμο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αναρχική ιδέα, στην αποφασιστικότητά μας ότι θα διεισδύσει στις μάζες, στο θυσιαστικό τους πνεύμα. Χάρη σ’ αυτήν ένας άνθρωπος μπορεί να διαλέξει τον επαναστατικό δρόμο και να αγνοήσει άλλους. Χωρίς αυτήν κανένας επαναστάτης δεν μπορεί να έχει την απαραίτητη δύναμη ή θέληση ή νοημοσύνη να υποφέρει το θέαμα της κοινωνικής δυστυχίας και ακόμη λιγότερο να αγωνιστεί ενάντιά της. Είναι διαμέσου της έμπνευσης της συλλογικής ευθύνης που οι επαναστάτες όλων των εποχών και σχολών έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους• πάνω σ’ αυτή βασίζουν την ελπίδα τους ότι οι μερικές εξεγέρσεις τους – εξεγέρσεις που ανοίγουν τον δρόμο για τους καταπιεσμένους – δεν ήσαν μάταιες, ότι οι εκμεταλλευόμενοι θα κατανοήσουν τις φιλοδοξίες τους, θα εξάγουν απ’ αυτές τις κατάλληλες για τη στιγμή εφαρμογές και θα τις χρησιμοποιήσουν ώστε να βρουν νέους δρόμους προς την απελευθέρωσή τους.
Εσύ ο ίδιος, αγαπητέ Μαλατέστα, αναγνωρίζεις την ατομική ευθύνη του αναρχικού επαναστάτη. Και ακόμη περισσότερο, έχεις προσφέρει την υποστήριξή σου σ’ αυτό κατά τη διάρκεια της ζωής σου ως αγωνιστής. Τουλάχιστον έτσι έχω αντιληφθεί τα γραπτά σου για τον αναρχισμό. Αλλά αρνείσαι την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της συλλογικής ευθύνης όσον αφορά τις τάσεις και δραστηριότητες του αναρχικού κινήματος ως όλου. Η συλλογική ευθύνη σε τρομάζει• έτσι την αρνείσαι.
Για μένα, που έχω αποκτήσει τη συνήθεια να αντικρίζω κατάματα τις αλήθειες του κινήματός μας, η άρνησή σου της συλλογικής ευθύνης μού φαίνεται όχι μόνο χωρίς βάση, αλλά και επικίνδυνη για την κοινωνική επανάσταση, στην οποία καλά θα έκανες να έπαιρνες υπόψη σου τις εμπειρίες όταν πρέπει να δώσεις μια αποφασιστική μάχη ενάντια σε όλους μας τους εχθρούς αμέσως. Τώρα, η εμπειρία μου από τις επαναστατικές μάχες του παρελθόντος με οδηγεί να πιστεύω ότι δεν μετράει ποια θα είναι η σειρά των επαναστατικών γεγονότων, πρέπει κάποιος να δώσει σοβαρές οδηγίες, ιδεολογικές και τακτικές ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ένα συλλογικό πνεύμα, υγιές και προσηλωμένο στον αναρχισμό, μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες της στιγμής, μέσω μιας συλλογικά υπεύθυνης θέλησης. Κανείς από μας δεν έχει το δικαίωμα να παρακάμψει την υπευθυνότητα. Αντιθέτως, αν έχει παραβλεφθεί μέχρι στιγμής ανάμεσα στις τάξεις των αναρχικών, είναι τώρα ανάγκη να αποτελέσει, για μας, τους κομμουνιστές αναρχικούς, ένα άρθρο του θεωρητικού και πρακτικού προγράμματος μας.
Μόνο το συλλογικό πνεύμα των αγωνιστών του και η συλλογική τους ευθύνη θα επιτρέψει στον σύγχρονο αναρχισμό να εξαλείψει από τους κύκλους του την ιστορικά λανθασμένη ιδέα ότι ο αναρχισμός δεν μπορεί να είναι ένας οδηγός – είτε ιδεολογικά είτε στην πράξη – για τις μάζες των εργαζομένων σε μια επαναστατική περίοδο και συνεπώς δεν μπορεί να έχει συνολική ευθύνη.
Δεν θα επιμείνω, σ’ αυτό το γράμμα, στα άλλα σημεία του άρθρου σου ενάντια στο σχέδιο της «Πλατφόρμας», όπως το κομμάτι όπου βλέπεις «μια εκκλησία και μια εξουσία χωρίς αστυνομία». Θα εκφράσω μόνο την έκπληξή μου, βλέποντάς σε να χρησιμοποιείς τέτοια επιχειρήματα στην πορεία της κριτικής σου. Σκέφτηκα αρκετά πάνω σ’ αυτά και δεν μπορώ να δεχτώ την άποψή σου.
Όχι, δεν έχεις δίκιο. Και επειδή δεν συμφωνώ με την ανασκευή σου, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που είναι πολύ εύκολα, πιστεύω ότι μπορώ να σε ρωτήσω:
1) Θα πρέπει ο αναρχισμός να αναλάβει κάποια ευθύνη στον αγώνα των εργαζόμενων ενάντια στους καταπιεστές τους, τον καπιταλισμό και τον υπηρέτη του το Κράτος; Αν όχι, μπορείς να πεις γιατί; Αν ναι, πρέπει οι αναρχικοί να δουλέψουν για να επιτρέψουν στο κίνημά τους να ασκήσει επιρροή στην ίδια βάση με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη;
2) Μπορεί ο αναρχισμός, στην κατάσταση της αποδιοργάνωσης που βρίσκεται σήμερα, να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση, ιδεολογική ή πρακτική, στις κοινωνικές υποθέσεις και τον αγώνα της εργατικής τάξης;
3) Ποια είναι τα μέσα που ο αναρχισμός θα πρέπει να υιοθετήσει έξω από την επανάσταση και ποια είναι τα μέσα τα οποία μπορεί να διαθέσει για ν’ αποδείξει και επιβεβαιώσει τις δημιουργικές του αντιλήψεις;
4) Χρειάζεται ο αναρχισμός τις δικές του μόνιμες οργανώσεις, στενά δεσμευμένες μεταξύ τους μέσω της ενότητας σκοπών και δράσης για να πετύχει τους στόχους του;
5) Τι εννοούν οι αναρχικοί μιλώντας για θεσμούς που θα δημιουργηθούν με προοπτική να εγγυούνται την ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνίας;
6) Μπορεί ο αναρχισμός, στην κομμουνιστική κοινωνία που οραματίζεται, να υπάρξει χωρίς κοινωνικούς θεσμούς; Αν ναι, με ποια μέσα; Αν όχι, ποιος θα τους αναγνωρίσει και θα τους καθιερώσει και με ποια ονόματα θα τους πραγματοποιήσει; Πρέπει οι αναρχικοί να αναλάβουν μια καθοδηγητική λειτουργία, άρα μία υπευθυνότητα, ή πρέπει να περιορίσουν τους εαυτούς τους στον ρόλο των ανεύθυνων βοηθών;
Η απάντησή σου, αγαπητέ Μαλατέστα, θα είναι μεγάλης σημασίας για μένα για δύο λόγους: Θα μου επιτρέψει να καταλάβω καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα όσον αφορά τα ζητήματα της οργάνωσης των αναρχικών δυνάμεων και του κινήματος γενικότερα. Και – ας είμαστε ειλικρινείς – η άποψή σου γίνεται αμέσως δεκτή χωρίς συζήτηση από τους περισσότερους αναρχικούς και συμπαθούντες χωρίς καμιά συζήτηση, ως μια άποψη ενός έμπειρου αγωνιστή που έχει παραμείνει σε όλη του τη ζωή σταθερά πιστός στο ελευθεριακό του ιδανικό. Εξαρτάται, επομένως, σε μεγάλο βαθμό από τη στάση σου το αν θα αναληφθεί μια πλήρης μελέτη των επειγόντων ζητημάτων που θέτει αυτή η εποχή στο κίνημά μας και, συνεπώς, εάν θα επιβραδυνθεί η ανάπτυξή τους ή θα κάνει ένα άλμα μπροστά. Παραμένοντας στη στασιμότητα του παρόντος και του παρελθόντος, το κίνημά μας δεν θα κερδίσει τίποτα. Αντιθέτως, είναι ζωτικό ότι βλέποντας τα γεγονότα που προβάλλουν μπροστά μας πρέπει να έχουμε κάθε ευκαιρία ώστε να πραγματοποιήσουμε την αποστολή του.
Περιμένω ιδιαίτερα την απάντησή σου.
Με επαναστατικούς χαιρετισμούς,
Nestor Makhno
1928
* Πηγή του παρόντος κειμένου: International Anarchism, μέρος της συλλογής στην ιστοσελίδα struggle. Σε αγγλική και ελληνική μετάφραση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Nestor Makhno Archive. Σε άλλη ελληνική μετάφραση περιέχεται στο βιβλίο «Η Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών» που εκδόθηκε στην Αθήνα τον Μάρτη του 2004 σε συνεργασία των εκδόσεων «Άρδην» και ομάδας συντρόφων. Διόρθωση-επιμέλεια ελληνικής μετάφρασης «ούτε θεός-ούτε αφέντης», 2 Νοέμβρη 2007.